Υιοθεσίες δημοσίου χώρου. Τα παρεπόμενα για τον δημόσιο βίο./ Adoptions of public space. The effects on “public life”.

For English>>

Dos Jotas / DON’T EVEN THINK. New York series 2014

Στο περιθώριο των καυτών μεγάλων θεμάτων της πολεοδομικής επικαιρότητας, κάποιες μικρότερες ειδήσεις, που ίσως να μη φαίνονται εξαρχής άξιες προσοχής, με τρόπο ήσυχο, απαλό κι επικίνδυνο έρχονται να προετοιμάσουν το έδαφος μιας νέας συνθήκης για τον δημόσιο χώρο στην Ελλάδα. Πρόκειται για την ιδιωτική διαχείριση του δημόσιου χώρου, ένα μοντέλο εξαιρετικά οικείο στο εξωτερικό, θεσμοθετημένο με διάφορες παραλλαγές, το οποίο στη χώρα μας δεν έχει ακόμα επίσημη νομική μορφή, αν και τα παρακάτω παραδείγματα προλειαίνουν το έδαφος γι’ αυτήν, εκμαιεύοντας πρώτα την κοινωνική νομιμοποίηση και συναίνεση.
Στη σκιά λοιπόν των μεγάλων θεμάτων, τον τελευταίο χρόνο είχαμε τις εξής μικρές ειδήσεις.

Καταρχάς την απόφαση του Δήμου να παραχωρήσει τον Εθνικό Κήπο στο ίδρυμα ΝΕΟΝ Δασκαλοπούλου για να στεγάσει τη συλλογή γλυπτών του οργανώνοντας μπιενάλε γλυπτικής και άλλα events, την πρωτοβουλία της «υιοθεσίας» της πλατείας Συντάγματος από τον ιδιοκτήτη του Μεγάλη Βρετανία, και την πρωτοβουλία της ΜΚΟ «Παραδείγματος Χάριν» να ανακαινίσει τις παιδικές χαρές της Αθήνας, ξεκινώντας με την πρώτη παιδική χαρά στο Κουκάκι. Η πρώτη υπόθεση, του ιδρύματος ΝΕΟΝ, βρίσκεται, ευτυχώς, αυτή τη στιγμή στα δικαστήρια, έπειτα από παρέμβαση των Φίλων του Εθνικού Κήπου, μιας και θα υπήρχαν αλλοιώσεις στη μορφή και λειτουργία του κήπου, ενώ ενάντια στην πρωτοβουλία της «Παραδείγματος Χάριν» ξεσηκώθηκε όλη η γειτονιά, αντιδρώντας για το κόψιμο δέντρων και το έντονα επεμβατικό design.

Κωνσταντίνα Θεοδώρου.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην Περιοδική έκδοση “αρχιτέκτονες”, τεύχος 11, Απρίλιος 2014

Constantina Theodorou
Published at the periodical issue Architektones, vol.11, April 2014

publications

Στην περίπτωση του Εθνικού Κήπου και της παιδικής χαράς, οι επεμβάσεις αλλοίωσης του υπάρχοντος τοπίου και το κόψιμο των δέντρων χτύπησαν κάποιες ευαίσθητες χορδές. Αντιθέτως, το γυάλισμα των μαρμάρων στο Σύνταγμα δεν ενόχλησε καθόλου – ίσως γιατί κανείς δεν έδωσε σημασία στη συνέχεια της είδησης, πως ο ιδιοκτήτης του ξενοδοχείου αναλαμβάνει και τη διατήρηση της πλατείας, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

pe11_παιδική χαρά Παραδείγματος Χάριν  pe11_παιδική χαρά Παραδείγματος Χάριν2
Από την επέμβαση της ΜΚΟ «Παραδείγματος Χάριν» στην παδική χαρά στο Κουκάκι (πριν και μετά), πηγή: atheofobos2.blogspot.gr/2013/08/blog-post_5.html

Πλήθος εκδηλώσεων, υπερβολικός σχεδιασμός, υπερβολική καθαριότητα είναι μέσα στα στοιχεία που συνιστούν μια παθογένεια του όρου «δημόσιο», σύμφωνα με την έρευνα των Németh& Schmidt1 που έγινε για να εξετάσει το κατά πόσο επηρεάζεται ο δημόσιος χαρακτήρας στην περίπτωση των ολοένα αυξανόμενων POPS (ιδιωτικής διαχείρισης/ιδιοκτησίας δημόσιοι χώροι) της Νέας Υόρκης.
Για τους διαρκώς διογκούμενους μητροπολιτικούς Δήμους, το τελευταίο σε προτεραιότητα και βαθμό επείγοντος έξοδο που θα μπορούσαν να κάνουν είναι η συντήρηση δημόσιων χώρων. Νέες μεγάλες εκτάσεις προστίθενται συνεχώς στο χάρτη και μια λύση επείγει για τα ρετάλια που περισσεύουν από ό,τι είναι ιδιωτικό. Στις πιο απόκεντρες περιοχές και στα προάστια η διασπορά των συλλογικών διαδικασιών έχει ανακουφίσει αρκετά τους Δήμους. Όταν όμως μιλάμε για τα κέντρα των πόλεων, όπου το διακύβευμα είναι πιο σοβαρό για να αφεθεί στον συλλογικό πειραματισμό και στην αυτοδιαχείριση, οι Δήμοι καταφεύγουν στις εταιρείες, ακόμα κι αν πρόκειται για κεντρικούς, κομβικούς στη δημόσια ζωή χώρους, όπως το Central Park ή η Potsdamer Platz, είτε τώρα η περίπτωση του Εθνικού Κήπου και της πλατείας Συντάγματος. Για την ακρίβεια, είναι οι εταιρίες που καταφεύγουν στον Δήμο κερδίζοντας ανταποδοτικά οφέλη από τους δημόσιους χώρους που βρίσκονται συνήθως σε άμεση γειτνίαση μ’ αυτές.

Dos Jotas / DON’T EVEN THINK. New York series 2014

Πολλές μελέτες έχουν γίνει για να διερευνήσουν τα τυχόν μελανά σημεία της φαινομενικά ευεργετικής για την πόλη πρωτοβουλίας. Εστιάζοντας στο ερώτημα του «publicness», οι Németh& Schmidt, προσπαθώντας να είναι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικοί, εισάγουν διάφορα μοντέλα μέτρησης, βαθμολογώντας παράγοντες όπως ο φωτισμός, η ασφάλεια, η άνεση, η προσβασιμότητα, η ποικιλία χρήσεων, ο φιλικός προς το χρήστη σχεδιασμός κτλ. Αυτό που προκύπτει είναι ότι γενικώς οι δημόσιοι χώροι αυτής της κατηγορίας έχουν πολλά στοιχεία που «έλκουν» το κοινό, όπως καθιστικά, φωτισμός κτλ., αλλά απ’ την άλλη έχουν και πάρα πολλά στοιχεία που ελέγχουν τη χρήση, την πρόσβαση, και τις συμπεριφορές. Ευνοείται δηλαδή αριθμητικά η προσέλευση, αλλά περιορίζεται η κοινωνική μείξη.
Στους «υιοθετημένους χώρους», οι κάμερες, συνδυασμένες με άλλες άυλες μεθόδους ελέγχου, λειτουργούν πολύ πιο αποτρεπτικά από τα φυσικά στοιχεία ελέγχου, όπως η περίφραξη, οι πινακίδες κανονισμών κτλ. των «ορφανών» δημόσιων χώρων. Κυρίως όμως ο έλεγχος της πρόσβασης και της συμπεριφοράς επιτυγχάνεται μέσα από ένα σύνθετο πλέγμα λεπταίσθητης υποβολής, που χρησιμοποιεί το design και τo event ως στοιχεία διαφύλαξης της τάξης και της ασφάλειας. Διαφημιστικές πινακίδες, υπερσχεδιασμός των λεπτομερειών, υπερκαθαριότητα υπογραμμίζουν μια διαρκή και πανταχού παρούσα άνωθεν εποπτεία, έτοιμη να επέμβει για να επαναφέρει την τάξη, υποσυνείδητα αποτρεπτική για κάθε μη τυπική συμπεριφορά. Το στοιχείο δε που λειτουργεί πιο αποτρεπτικά απ’ όλα είναι οι έντονες χρήσεις, το «γεμάτο» πρόγραμμα. Στο site που περιλαμβάνει όλα τα POPS της Νέας Υόρκης προωθείται η ευγενής άμιλλα των εταιρειών με επιβράβευση του καλύτερα διαμορφωμένου, με το πιο πλούσιο πρόγραμμα χώρου. Μερικοί μάλιστα δημόσιοι χώροι έχουν δικά τους sites, με πρόγραμμα που συναγωνίζεται πολιτιστικά ιδρύματα.
Αυτό που μοιάζει να είναι δείγμα υγείας, η υπερβολική ζωντάνια, λειτουργεί τελικά υπέρ του αποκλεισμού. Τα events προσκαλούν πλήθος κόσμου, δίνουν την αίσθηση της ζωντάνιας, αλλά απ’ την άλλη δημιουργούν ένα κλειστό σύμπαν για θεατές συναφών ενδιαφερόντων, αποκλείουν όσους αναζητούν απλώς μια διαφυγή, αποτελούν εντέλει μια σκηνοθεσία δημόσιας ζωής, δεν είναι δημόσια ζωή. Εμποδίζουν να αναδυθεί ακούσια και αυθόρμητα το πραγματικό γεγονός της πόλης. Ενώ ο δημόσιος χώρος θα έπρεπε να είναι το κενό πεδίο-δοχείο της κοινωνικής ζωής, η ιδιωτική διαχείριση φροντίζει να γεμίσει ασφυκτικά αυτόν τον κενό χώρο, δημιουργώντας όλο και πιο φρενήρεις καταστάσεις και περιβάλλοντα, αποδυναμώνοντας τα κοινωνικά αντανακλαστικά και συνδέοντας την αστική εμπειρία με έναν αυτιστικό εθισμό κατανάλωσης εμπειριών.

Επιτυχημένος δημόσιος χώρος δεν είναι αυτός που συγκεντρώνει τα πλήθη, σφύζοντας από ζωντάνια, αλλά αυτός που μπορεί να τους συμπεριλάβει όλους προσφέροντας ένα καταφύγιο μέσα στα όλο και πιο διασπαστικά, αγχωτικά, περιβάλλοντα των σύγχρονων πόλεων. Είναι και ο ήσυχος χώρος της απόσυρσης και της διαφυγής, και τέτοια είναι η περίπτωση του Εθνικού Κήπου. Η αυξημένη έμφαση στο πλούσιο πρόγραμμα, στην ασφάλεια και στο design απειλεί τη δυνατότητα να δημιουργήσουμε και να διατηρήσουμε απλούς κενούς δημόσιους χώρος, ανοιχτούς και φιλόξενους για όλους, ανοιχτούς στο τυχαίο συμβάν της πόλης.
Δεν είναι τυχαίο ότι, καθώς ο ζωντανός δημόσιος χώρος αποδεικνύεται ως το κομβικό σημείο στην προσέκλυση της επιχειρηματικότητας και ειδικά της νεανικής δημιουργικής επιχειρηματικότητας, τα ισχυρότερα ιδρύματα της Αμερικής σχηματίζουν διεθνείς πλατφόρμες για την έρευνα, μελέτη και υλοποίηση “καλών” δημόσιων χώρων. Ωστόσο ο πραγματικά δημόσιος χώρος εκ φύσεως δεν μπορεί να παραχθεί από καμία ατομική πρωτοβουλία• είναι προϊόν της συλλογικής μας ύπαρξης και δράσης στο χώρο της πόλης.
Στην έρευνά τους οι Németh & Schmidt κάνουν έκκληση στους Δήμους να σταματήσουν να επιβραβεύουν το έντονο πρόγραμμα, να επενδύσουν σε πιο «ήσυχους», απλούς δημόσιους χώρους, χώρους που θα τους περιλαμβάνουν όλους. Ωστόσο η Amanda Burden, υπεύθυνη για το σχεδιασμό δημόσιων χώρων του δήμου της ΝΥ, υπεύθυνη μεταξύ άλλων και για το πολυσυζητημένο και αμφιλεγόμενο High Line park,  σε ομιλία της στο TedTalks για τους δημόσιους χώρους καταλήγει ως εξής: «Πιστεύω πως μια επιτυχημένη πόλη είναι σαν ένα φανταστικό πάρτι. Οι άνθρωποι μένουν γιατί περνάνε τέλεια». Ξεχνώντας προφανώς ότι και στα καλύτερα πάρτι υπάρχουν κάποιοι που δεν ξέρουν να χορέψουν. Η πόλη ανήκει και σ’ αυτούς.

Σημείωση
1. Jeremy Németh – Stephen Schmidt, «The privatization of public space: modeling and measuring publicness», Environment and Planning B: Planning and Design, 2011, Τ. 38, σελ. 5-23.


Πηγές
1. The privatization of public space: modeling and measuring publicness–Jeremy Németh Stephen Schmidt/ Environment and Planning B: Planning and Design 2011, volume 38, pages 5 – 23
2. The changing publicness of urban spaces- Miguel Lopes, Sara Cruz, Paulo Pinho/ Congress/Conference: EURAU 2012 – Public Space and the Contemporary City
3. The evolution of privately owned public spaces in New York City, Stephan Schmidt, Jeremy Nemeth and Erik Botsford/ URBAN DESIGN International Vol. 16, 4, 270–284
4. Pops in New York
5. Amanda Burden, city planner TEDtalks “How public spaces make cities work

Save


.

Adoptions of public spaces- The effects on “public life”

On the sidelines of the hot urban news now, there are some other minor news, which may not seem worthy of attention at first, but in a quiet, subtle, and insiduous way, they prepare a new state of things for the Public Space in Greece. The matter at stake here, is  the private management of public space, a very familiar model in other countries, institutionalized in many different variations. In Greece, it hasn’t obtained yet any official legal form, though the following examples pave the way for it, eliciting social legitimacy and consensus.
In the shadow of all the big urban issues last year we came across these little news. First all it is the Municipality’s decision to assign the National Garden to NEON foundation (Daskalopoulos, its founder, is one of the most economically powerful men in Greece and big art collector) in order to expose its sculpture collections and organize art biennales and other events. Then it is the initiative for the “adoption” of Syntagma square by the owner of Grande Bretagne, Athens’ most luxurious hotel lying just adjacent to the square, and last of all it is the initiative of the NGO “Paradigmatos Charin ” (aka “For example”) to renovate playgrounds in Athens, starting with a playground in the central neighbourhood of Koukaki, one of the least problematic areas of Athens of crisis. The first case, of NEON foundation, is fortunately at this moment on the court, after the intervention of “Friends of National Garden” group, who accuse NEON for intending to change the form and function of the garden, which is a national monument under preservation. As for the playground initiative, the whole neighbourhood rose up against it , as a response to the cut tress and the strongly intrusive design.
In the cases of National Garden and the playground, the nature of interventions, whic had to do with alterations of the existing landscape and cutting of trees, had an impact to some sensitive citizens, who reacted against them. Instead, the polishing of Syntagma’s square didn’t bother anyone at all, maybe because no one paid any attention to the rest of the news, that the maintenance of the square is undertaken by the hotel owner, with all that this entails.


The playground at Koukaki before and after the intervention of the NGO “Paradigmatos Charin”, source: atheofobos2.blogspot.gr/2013/08/blog-post_5.html

Numerous events, exaggeration and abundance of design and extreme cleanliness are among the elements that constitute a pathogenesis of the term “public”, according to a survey by Németh & Schmidt, conducted in order to examine the effects on publicness in the case of so called Pops (privately managed- publicly owned spaces) in New York
For the ever-growing metropolitan municipalities, the last expenses they are willing to pay for, in ranking of priority and urgency, is the maintenance of public spaces. Whole new, large areas are constantly added to the map and a solution is pending for all these remnants left over from what is private. In the more remote areas and suburbs the dissemination of collective practices has quite relieved the Municipalities from this burden.
Although, moving towards the city centres, where the stakes are higher to be left over to collective experimentation and self-management, municipalities rely strongly on companies, even if the case is this of their more central, symbolic and crucial to public life spaces, as it is Central Park, Potsdamer Platz, or as it is now the National Garden. In fact it is the companies that resort to municipalities in order to gain the reciprocal benefits of having control over the usually adjacent public spaces.

Dos Jotas / DON’T EVEN THINK. New York series 2014

Many studies have been made to investigate the possible dark sides of this seemingly beneficial for the city initiative. Focusing on the question of publicness, Németh& Schmidt ¹ are trying to be as objective as possible, introducing various measurement models, grading factors such as lighting, security feeling, comfort, accessibility, variety of uses, user-friendly design etc. What comes out in general is that the public spaces of this category have a lot of elements which attract the public, such as seating corners, good lighting etc but they also have too many elements that control the kind of use, access and behaviours. That’ s to say a big number of visitors is favoured against the social mixing which is constrained.
In the adopted spaces cameras are combined with other intangible control methods, turning out to be more effectively deterrent than any other means of physical control, such as fencing, regulation signs etc that characterize the “orphan” public spaces.
But most of all, access and behaviour control is achieved through a complex net of subtle seduction, which uses events and design as tools for safeguarding security and order. Billboards, over-designed details and over-cleanliness point out a constant ubiquitous present surveillance, coming from above, ready to intervene in order to restore order, subconsciously deterring any non-typical behaviour.
The most effective deterring tool turns out to be the use of “intense uses”, the “rich program”. The site which is devoted to NY pops, promotes the fair competition between the companies responsible for them, rewarding the best designed public space, the one with the richest program. Some Pops have even their own site, with a program that competes equally many cultural foundations.
What seems as a sign of health, the excessive liveliness, ultimately results in more exclusion. Events on the one hand invite the crowds, giving a sense of liveliness, but on the other they create a closed universe for people of similar interests, excluding all those who just seek an escape from the frenzy rhythms of the city. Events are a directed production of “public life”, they are not real public life. They prevent the original Event of city life to emerge spontaneously and unnoticeably. Public space should be the empty container, the empty field of social life, but private management stiffly fills this empty field, creating more and more hectic situations and fake environments, thus weakening the social reflexes and identifying the urban experience with an addictive consumption of experiences.

A successfully public space is not the one that manages to attract the crowds, thriving with life, but the one that can encompass them all offering a shelter in the increasingly disruptive, stressful environments of modern cities. It is also the quiet, contemplative space of resort, which is the case of National Garden. The increasing emphasis on rich artistic program, safety and design threatens the possibility of creating and maintaining such simple empty public spaces, open and welcoming to all, inviting to the serendipity of real life event.
It is not a coincidence, that as long as lively public spaces are proven to be an attractor of entrepreneurship, especially the young and creative one, the most powerful institutions of America constitute international platforms dedicated to the research, study and implementation of “good public spaces”. The real public space though, by its nature cannot be produced by any individual initiative-it is always the result of our collective presence and action in the space of the city.
In their survey Németh & Schmidt are calling on local authorities to stop rewarding intense art programs in public spaces and invest, instead, in “quieter” places, places that will include everyone. However, Amanda Burden, official in duty at the Municipality of NY for the design of public spaces, responsible among others for the highly discussed, controversial High-line park, in a speech she gave at Ted Talks about public spaces, concluded like this ” I believe that a successful city is like a fabulous party. People stay more because they have great time” obviously forgetting that even in the best parties there are some who don’ t know how to dance. The city belongs to them too.

Notes
1. Jeremy Németh – Stephen Schmidt, «The privatization of public space: modeling and measuring publicness», Environment and Planning B: Planning and Design, 2011, v. 38, 5-23.


Sources:
1. The privatization of public space: modeling and measuring publicness–Jeremy Németh Stephen Schmidt/ Environment and Planning B: Planning and Design 2011, volume 38, pages 5 – 23
2. The changing publicness of urban spaces- Miguel Lopes, Sara Cruz, Paulo Pinho/ Congress/Conference: EURAU 2012 – Public Space and the Contemporary City
3. The evolution of privately owned public spaces in New York City, Stephan Schmidt, Jeremy Nemeth and Erik Botsford/ URBAN DESIGN International Vol. 16, 4, 270–284
4. Pops in New York
5. Amanda Burden, city planner TEDtalks “How public spaces make cities work