City Issue

Urban Theory, articles and research

The shifting public space/ Μετατοπίσεις του Δημόσιου χώρου

Κωνσταντίνα Θεοδώρου, Public Domain, επιμέλεια Άρτεμις Ποταμιάνου & Γιώργος Παπαδάτος, έκδοση Lo and Behold,  2015, Αθήνα

For English>>

Η συζήτηση για τη δημόσια τέχνη αντιμετωπίζει μια εξαιρετική δυσκολία καθώς χτίζεται πάνω σε ένα έδαφος διόλου στέρεο και δεδομένο, αυτό του δημόσιου χώρου. Η φύση του δημοσίου χώρου, από τη στιγμή που ο τελευταίος έγινε νοητός σαν όρος, που έγινε δηλ. δυνάμει δημόσιος, πεδίο αναπαράστασης της δημοκρατικής λειτουργίας και άρα υποκείμενος σε όλες τις αποχρώσεις της, βρίσκεται όπως άλλωστε και ο χαρακτήρας της ίδιας της δημοκρατίας διαρκώς υπό διερώτηση. Και ενώ η συζήτηση θεωρητικά μετατοπίζεται σε όλο και πιο άυλα πεδία- για τον Bruce Robbins [1] ο δημόσιος χώρος θα είναι πάντα ένα φάντασμα που ποτέ δεν είναι εκεί, υπαρκτό μόνο δια της απουσίας του-, στην καθημερινή πραγματικότητα η αναζήτηση του δημόσιου χώρου εντείνεται, με δήμους, εταιρείες και οργανισμούς να προσπαθούν να συλλάβουν τη φασμα-τική του παρουσία, περιχαρακώνοντάς την με όρους design, προγράμματα και αναπλάσεις για τον εξωραϊσμό τους. Το τυποποιημένο και προβλέψιμο αποτέλεσμα δικαιώνει τους θρήνους πολεοδόμων και ανθρωπογεωγράφων που δηλώνουν πως ο δημόσιος χώρος, τουλάχιστον με τον τρόπο με τον οποίο τον γνωρίζαμε, έχει τελειώσει [2]- αν ποτέ ήταν εκεί. Η αναγνώριση του χαμένου πεδίου, πυροδοτεί εκ νέου την αναζήτησή του, χωρίς όμως να είναι βέβαιο αν μπορεί κάπου έστω και φευγαλέα το φάντασμα του δημόσιου χώρου να λάβει σάρκα και οστά, να χωρέσει στο σχήμα του πραγματικού και μαζί όλα τα περιεχόμενα αυτού να πάρουν το χρίσμα του δημόσιου: δημόσια τέχνη, δημόσιος διάλογος, δημόσια δράση.

Οι χαμένες πλατείες
Reclaim the streets
. Είτε ως σύνθημα του ομώνυμου ακτιβιστικού κινήματος διεκδίκησης των δρόμων υπέρ των πεζών, είτε ανανεωμένο και αναβαπτισμένο στο occupy movement, είτε, αντίθετα, ως πρόταγμα του προγράμματος του R.Giuliani, πρώην δημάρχου της Νέας Υόρκης [3] και πολλών άλλων μετέπειτα μιμητών του για εκκαθάριση των ανεπιθύμητων από το δημόσιο χώρο, το ίδιο ακριβώς πολεμικό σύνθημα της ανάκτησής του διαπερνά τη ρητορική των εκατέρωθεν διεκδικητών του. Και για τις δυο πλευρές, στο βάθος της αναζήτησης ενός ιδεώδους δημόσιου χώρου βρίσκεται πάντα η νοσταλγική ιδεαλιστική εικόνα της παραδοσιακής πλατείας, ή Αγοράς κατά το αρχαίο ελληνικό πρότυπο, η ευρωπαϊκή πλατεία. Σ’ αυτές και γι’ αυτές τις ιδανικές πλατείες δόθηκαν οι πρόσφατες μάχες της δημοκρατίας. Η μέγιστη αρετή αυτού του εκατέρωθεν φαντασιακού δημόσιου χώρου είναι η προσβασιμότητα για όλους, καθώς ο δημόσιος χώρος ενεργοποιείται από το πλήθος που τον γεμίζει.
Στο όνομα ακριβώς της προσβασιμότητας είναι που εκπίπτει το “δημόσιο”. Από την πλευρά της εξουσίας που τον νέμεται, ο δημόσιος χώρος για όλους μεταφράζεται σε ένα χώρο που προσκαλεί και ελκύει ενεργητικά το πλήθος, που δεν αρκεί απλώς να είναι εκεί. “Καλός δημόσιος χώρος” σημαίνει ποικιλία των χρήσεων, δεκτικό σχήμα, ιδιαιτερότητα κι ελκυστικότητα. Εδώ η τέχνη αναλαμβάνει να δημιουργήσει το τοπόσημο, να δημιουργήσει τις αιτίες να βρεθεί κανείς εκεί, με απόδειξη της επιτυχίας της τη διαρκή εικόνα ενός ζωηρού πλήθους. Οι στατιστικές μελέτες στους ιδιωτικούς δημόσιους χώρους (pops) της Νέας Υόρκης [4] δείχνουν πως η συγκεκριμένη διαχείριση καταλήγει σε ένα πολυπληθές μεν, αλλά πολύ ομοιογενές κοινό, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τη συστατική αρχή του δημόσιου ως ανοιχτού και υπό ερώτηση πεδίου μέσα στο οποίο και για το οποίο τα αντίθετα μπορούν να συγκρουστούν.

Η κοινή αποδοχή από τις αντικρουόμενες πλευρές μιας κατά βάθος αγαθής φύσης του δημόσιου χώρου ως τελικής συμφιλιωτικής ομπρέλας, ενός ιδανικού που πρέπει να επιτευχθεί, εκχωρεί τελικά τον “δημόσιο χώρο” στο οπλοστάσιο όσων θέλουν να τον καπηλευθούν. Για να επιτευχθεί αυτό το ιδανικό οι πιθανοί υπονομευτές της κοινωνικής συνοχής θα πρέπει να εξαφανιστούν. Αλλά προτού κανείς καταφύγει στις πρακτικές του stop-and-frisk, που εξαφανίζουν από τη δημόσια θέα τους δυνητικούς φορείς της ανομίας (αρκεί κανείς να μοιάζει ύποπτος για να συλληφθεί), ο ασφυκτικός έλεγχος του δημοσίου χώρου μπορεί να αφεθεί στο design και την τέχνη. Η υπερβολή τους υποβάλλει αδιόρατα και ασυναίσθητα τις ενδεδειγμένες ασφαλείς συμπεριφορές, καθορίζει τον τρόπο κίνησης και αφήνει έξω πολλούς που αισθάνονται αταίριαστοι σ’ αυτό το περιεχόμενο. Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα, το artwashing, συμβάλλει στην αποφόρτιση του δημόσιου, υποβάλλει μια μουσειακή συμπεριφορά στο πλήθος που γίνεται κοινό, χάνει δηλαδή την ισότιμη σχέση στην συν-δημιουργία του δημόσιου χώρου και τίθεται απέναντι ως καταναλωτής του. Ο χώρος είναι πάντα γεμάτος από ένα περιεχόμενο, δεν είναι ποτέ ο κενός χώρος του Lefort όπου η δημοκρατία μπορεί να συμβεί.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο σχεδόν αυτοαναιρούμενος διαγωνισμός ιδεών με τίτλο “designing for free speech” [5] στη Νέα Υόρκη το 2014, που επηρεασμένος από τον επαναστατικό αναβρασμό γύρω από τις πλατείες προτείνει κατασκευές στο δημόσιο χώρο που ευνοούν τον ελεύθερο λόγο, προκαθορίζουν δηλαδή τρόπους και σημεία όπου μπορεί κανείς να είναι ελεύθερος, ακυρώνοντας την ουσία του δημόσιου χώρου ως δοχείου του ελευθέρου λόγου και την ελευθερία του λόγου να δημιουργεί ο ίδιος το χώρο γύρω του.

Πιθανά εναλλακτικά σχήματα για έναν δημόσιο χώρο
“Planning is in clash with democracy” [6] έγραφε το 1944 ο F.Hayek, καταδικάζοντας τον ολοκληρωτικό σχεδιασμό που εκείνη την εποχή εξέφραζαν τα καθεστώτα –κομμουνιστικό και ναζιστικό-, χωρίς να μπορεί να προβλέψει ότι τα αντίθετά τους, οι αυτοσχέδιες διατάξεις της ελεύθερης αγοράς θα οδηγούσαν αργά ή γρήγορα σε εξίσου απόλυτα σχεδιασμένους χώρους, περιβάλλοντα και ελεγχόμενες συμπεριφορές. Η διαπίστωση αυτή ωστόσο, διαβασμένη στην πρώτη της αφέλεια, θα μπορούσε να οδηγήσει την επαναστατική φαντασία σε μια αναζήτηση του δημόσιου χώρου πέρα από τις αλωμένες πλατείες, στις ακόμη ασχεδίαστες και δίχως σχήμα εκτάσεις ενός πλανήτη που πλέον υπόκειται πλήρως στη συνθήκη του αστικού. Μια τεράστια έκταση εν σπέρματι δημόσια, αστική αλλά όχι ακόμα πόλη.

Ο μοντερνισμός αναγνώρισε νωρίς αυτή τη δυνατότητα του αχανούς τερέν που απλωνόταν μπροστά του. Το βέλος της προόδου προβλεπόταν γραμμικό και οι πόλεις σχεδιάζονταν να μεγαλώνουν επ’ άπειρον με προοπτική την τελική τους ένωση, τα κτίρια να πλέουν σε ελεύθερο χώρο και το κενό να περισσεύει. Ακόμα και η ιδέα της ουτοπίας αλλάζει: η περίκλειστη, περιτειχισμένη πόλη, δίνει τη θέση της στην αενάως μετακινούμενη “πόλη που περπατάει” των Archigram και στις εξαπλούμενες παιγνιώδεις διατάξεις των καταστασιακών. Ενώ φαινομενικά βρίσκεται πιο κοντά σε μια σύλληψη του χώρου ως το κενό δοχείο της Δημοκρατίας, το μοντέρνο μισήθηκε και κατακρίθηκε ως ολοκληρωτικό.

Ο χώρος είναι κενός αλλά oι τρόποι, οι συμπεριφορές είναι και πάλι καθορισμένες. Ο χώρος του μοντέρνου, όπως για παράδειγμα εκφράστηκε από τον Le Corbusier στη Χάρτα των Αθηνών, αρνείται την δυνατότητα της αυτορρύθμισης και τη δημοκρατική λειτουργία, ορίζοντας τέσσερεις λειτουργίες της Λειτουργικής Πόλης: την αναψυχή, την κατοικία, την εργασία, την κυκλοφορία. Σε μια πρώτη κριτική του 1954 ο Δεσποτόπουλος προτείνει την αντικατάσταση της λειτουργίας της αναψυχής με την “κοινωνική ζωή”, αναγνωρίζοντας ορθώς τη δυνατότητα της αρχιτεκτονικής να φτιάχνει κοινωνικό χώρο, όχι όμως και δημόσιο. Ο δημόσιος χώρος βρίσκεται πέραν της διαμάχης του σχεδιασμένου και ενάντια στο μη σχεδιασμένο. Χρειάζεται αυτό που θα τον κάνει ορατό, αυτό που θα του δώσει σχήμα, το “δημόσιο” σχήμα, το οποίο όμως δεν συναρτάται με την προσβασιμότητα, τη φιλικότητα, την πυκνότητα των χρήσεων και όλα όσα μπορούν κατά τα άλλα να εξασφαλίσουν τον “κοινωνικό χώρο”.

Elena Bajo, Title: From a ruin into a monument , Public Domain,exhibition curated by Artenis Potamianou & Giorgos Papadatos , Milkshake Agency, Genève, 2014

Σβήνοντας και ξαναγράφοντας τον “Δημόσιο Χώρο”
Αυτό που εδώ και αιώνες δίνει σχήμα στο δημόσιο είναι η πύκνωση των κινήσεων και δράσεων γύρω από σημεία, η οποία καθώς παγιώνεται μέσα στο χρόνο, συνθέτει το συμβολικό φορτίο που κάποια στιγμή τίθεται προς διεκδίκηση.

Είναι αυτή ακριβώς η στιγμή που αναδύεται ο δημόσιος χώρος, που γίνεται το σημείο πάνω στο οποίο και για το οποίο μπορούμε να διαφωνήσουμε, το οποίο μπορούμε να διαγράψουμε ακόμα απ’ το χάρτη. Η διαγραφή δεν είναι εύκολη. Η παγιωμένη συνήθεια έχει μια ανυπέρβλητη ισχύ. Αυτή έχει παραγάγει τους τωρινούς συμβολικούς και προς ανάκτηση δημόσιους χώρους, αυτή εξηγεί την εμμονή των occupy movements να εγγράψουν την παρουσία τους στο χώρο παραμένοντας εκεί, προσθέτοντας κι άλλο συμβολικό βάρος εκεί που ήδη περισσεύει, αρνούμενοι να το εκχωρήσουν.

Φαίνεται όμως πως η διαγραφή είναι η μόνη διέξοδος σ’ αυτή τη διαμάχη για τους χαμένους δημόσιους χώρους: η απο-εγγραφή του χώρου από δημόσιο, η αφαίρεση των ροών και των κινήσεων που τον κάνουν τέτοιο, η μετατόπιση του δημόσιου. Συμβαίνει ήδη σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα με τις ίδιες τις πόλεις, ολόκληρες περιοχές να εξαφανίζονται από τον χάρτη, να κατεδαφίζονται, να επιστρέφουν στο δάσος και να εμφανίζονται αλλού. Σε έναν κυματισμό η επιφάνεια του πλανήτη γίνεται και ξεγίνεται πόλη. Το ίδιο και ο δημόσιος χώρος. Σε μια αντιφατική τους δράση το Δεκέμβριο του 2014, η οποία ξεσήκωσε τη διαμαρτυρία του κοινού, οι BLU έσβησαν ένα ιστορικό τους γκράφιτι στο Βερολίνο που είχε μετατραπεί σε τοπόσημο στα πλαίσια μιας διαδικασίας εξευγενισμού, διαμαρτυρόμενοι ακριβώς γι’ αυτό και δίνοντας το σήμα για την αναζήτηση του δημόσιου κάπου αλλού.

Στην αναζήτηση αυτή, σε τούτη τη διαδικασία της μετατόπισης, χρειάζεται ένας κώδικας πλοήγησης, κάτι που να υποδεικνύει το σημείο στο οποίο ο χώρος θα βγει από την in-vitro του κατάσταση, ανασύροντας τον στην σφαίρα του δημόσιου. Κι είναι πολλές φορές η τέχνη που φανερώνει αυτή τη δυνατότητα, που βάζει τα σημεία στο χάρτη, κάνοντας ορατό αυτό που πριν δεν ήταν, που ανοίγει δηλαδή τη συζήτηση. Στα «ρετάλια» του αστικού, του όχι-ακόμα-δημόσιου, μπορεί για λίγο να στρέψει το βλέμμα και τις κινήσεις η τέχνη. Αυτό που ακολουθεί είναι ο αναμενόμενος κύκλος: οι σημασίες συσσωρεύονται κι όταν πια αυτές στερεώνονται έρχεται η ώρα που το ερώτημα του δημόσιου χώρου τελειώνει, η ώρα να τεθεί καινούριο κάπου αλλού. Είναι αυτό ο δημόσιοςχώρος; Αν η απάντηση έρθει με βεβαιότητα πολύ πιθανό θα είναι λάθος. Ο δημόσιος βρίσκεται πάντα σε διαδικασία ανάκτησης. Ανακτημένος είναι κιόλας χαμένος μέσα στη σφαίρα προστασίας του.

Ιανουάριος 2015

Αναφορές
[1] Bruce Robbins, “Introduction: The Public as Phantom.” , ed. Bruce Robbins, The
Phantom Public Sphere. Minneapolis and London: University of Minnesota Press: vii–
xxvi, 1993
[2] Bernd Belina, “Ending Public Space as we know it”, Social Justice, 2011-12, Vol. 38,
Nos. 1-2, 13-27
[3] “Police Strategy No. 5, Reclaiming the Public Spaces of New York”, το κοινό
πρόγραμμα δράσεων του Rudolph Giuliani και του Αστυνομικού Διευθυντή William
Bratton, 1994
[4] Jeremy Németh – Stephen Schmidt, «The privatization of public space: modeling
and measuring publicness», Environment and Planning B: Planning and Design, 2011, 38
(1), 5-23
[5] http://designingforfreespeech.org/
[6] Friedrich Hayek, “The Road to Serfdom,” The Reader’s Digest, Vol. 46, No. 276, April 1945, 3.

Advertisements

Author: Κ.Θ.

Urban narratives, theory and research

Comments are closed.