City Issue

Urban Theory, articles and research


Corporate Resilience/ Τα αστικά μνημόνια ή Είναι η Αθήνα μια “ανθεκτική πόλη”;

Κωνσταντίνα Θεοδώρου

Αν για χώρες όπως η Ελλάδα, οι δεσμεύσεις στα μακροχρόνια προγράμματα δημοσιοοικονομικών προσαρμογών έρχονται τιμωρητικά σαν μνημόνια και δάνεια,  στη μικρότερη κλίμακα των πόλεων έρχονται σαν δώρο- ακόμα καλύτερα σαν βραβείο ή “πρόκληση”.

«Στην Αθήνα βιώνουμε πράγματι μια πρωτόγνωρη οικονομική κρίση, ωστόσο με σύστημα και εμπιστοσύνη στους θεσμούς αντιμετωπίσαμε τις άμεσες κοινωνικές συνέπειες αυτής της κρίσης στην πόλη. Αποδείξαμε την ανθεκτικότητα της Αθήνας».
(Γ. Καμίνης, 6 μήνες μετά την επιλογή της Αθήνας μεταξύ 330 υποψηφιοτήτων στις 35 πιο ανθεκτικές πόλεις του Δικτύου «100 Resilient Cities», μια πρωτοβουλία του Rockefeller Foundation- από το site του Δήμου Αθηναίων)

Δυο χρόνια έχουν περάσει από την βράβευση της Αθήνας με το βραβείο κοινωνικής καινοτομίας από το ίδρυμα Bloomberg για την πλατφόρμα συν-Αθήνα, κι ένας χρόνος ακριβώς από τότε που επιλέχθηκε από το ίδρυμα Rockfeller, μαζί με την Θεσσαλονίκη, να ενταχθεί στο δίκτυο των ” 100 πιο ανθεκτικών πόλεων”. Βραβεία “κοινωνικής καινοτομίας και “ανθεκτικότητας”- οι επιτυχίες αυτές δίνουν την εντύπωση μιας Αθήνας που προσπαθεί για το καλύτερο ενάντια σε όλα τα εμπόδια, μιας πόλης που δικτυώνεται, που βγαίνει από το επαρχιακό της κλοιό, που αλλάζει, παρακολουθεί τις εξελίξεις και έχει έτοιμα αντανακλαστικά για να εκμεταλλευτεί τις ευκαιρίες. Η απορία αναπόφευκτα ακολουθεί -πώς είναι δυνατόν η Αθήνα να βραβεύτηκε ως μια από τις 100 πιο ανθεκτικές πόλεις του κόσμου κι ως προς τι συγκαταλέγεται σε αυτές;
Η ακριβής διατύπωση από το site 100RC του ιδρύματος Rockfeller που προκηρύσσει τον διαγωνισμό, βάζει τα πράγματα στη θέση τους και την Αθήνα ανάμεσα σε άλλες δυνάμει ανθεκτικές πόλεις, ανάμεσα δηλ. σε πόλεις που αποδέχονται μέσω του βραβείου την πρόκληση (challenge) να γίνουν ανθεκτικές, που δεν είναι ακόμα ανθεκτικές, αλλά η βράβευση θα τις κατευθύνει να γίνουν.
Αυτό αλλάζει αμέσως και σημαντικά τα δεδομένα και για μας γιατί η Αθήνα δεν βραβεύτηκε για κάτι που είναι αλλά για κάτι που θα γίνει- και δεν υπάρχει πόλη που γίνεται μόνη της- η πόλη είναι οι κάτοικοι της. Τι λοιπόν θα γίνουμε όλοι μαζί όταν η Αθήνα γίνει ανθεκτική; Τι σημαίνει ακριβώς αυτό το βραβείο- πρόγραμμα το οποίο υποτίθεται διατρέχει το πρώτο έτος εφαρμογής του; Continue reading

Advertisements


Ο άγνωστος τόπος της Δημοκρατίας

IMG_0433

Κάθε επανάσταση έχει την πλατεία της
“Every revolution has its square” λέει ο Eric Swyngedouw μιλώντας για την επαναπολιτικοποίηση της πόλης, με αναφορά στις εξεγέρσεις των τελευταίων χρόνων που είχαν ως πραγματικό τους τόπο τις πλατείες της Αθήνας, την Τahrir,  Times square, Γκεζί κα. [1] Κάτω από ένα γενικό και ακαθόριστο αίτημα δημοκρατίας οι εξεγέρσεις αυτές επανέφεραν την σχέσης πόλης και πολιτικής, την ιδέα της πόλης ως τόπο που συντίθεται πολιτικά – μέσα από συγκρούσεις και διαβουλεύσεις. Η πλατεία είναι ο κατεξοχήν συμβολικός τόπος της Δημοκρατίας όπου ενσαρκώνεται και εκτυλίσσεται η αστική πολιτική διαδικασία σε αντίθεση με την αρένα ενός σταδίου που παραπέμπει σε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εικόνα όχλου και αυτοκρατορικά διαγγέλματα.

Η επιλογή του Καλλιμάρμαρου ως τόπου συγκέντρωσης των υποστηρικτών του ΝΑΙ στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου- αν και πιο πολύ σκηνοθετική επιλογή, σχετική με το πως οι συγκεντρωμένοι θα φαίνονται καλύτερα στον φακό, αναγκαστική επίσης επιλογή ώστε να μην ανακατευτούν με επικίνδυνο τρόπο με τους υποστηρικτές του όχι- ανέδειξε την κατά βάθος διαφορά των δύο θέσεων μέσα από την διαφορά συμβολισμού των δύο τόπων, της πλατείας και του σταδίου. Μια συμβολική διαφορά ανάμεσα στη Δημοκρατία και την Αυτοκρατορία. Ανάμεσα στον τόπο όπου οι πολίτες συγκροτούν οι ίδιοι το πολιτικό τους μέλλον και στον τόπου όπου τον καταναλώνουν σαν έτοιμο θέαμα. Continue reading


Πολίτης, κάτοικος ή εθελοντής; Το δικαίωμα στην πόλη

Citizen, resident or volunteer? The right to the city    | By Constantina Theodorou
For English>>
Kωνσταντίνα Θεοδώρου

Είδηση Νo 1
“Πολίτες θα καθαρίσουν από γκράφιτι τον πεζόδρομο της Αποστόλου Παύλου’
Η δράση αυτή, που καλεί τους πολίτες να προστατέψουν και να αναδείξουν την πόλη τους, είναι αποτέλεσμα συνεργασίας τριών φορέων: της ομάδας πολιτών «Κάθε Σάββατο στην Αθήνα» του δημοσιογράφου Νίκου Βατόπουλου, του δήμου Αθηναίων και του αντιδημάρχου Καθαριότητας, Ανδρέα Βαρελά, και της εταιρείας αντιγκράφιτι υλικών Booka του Ηλία Ανδρεόπουλου. Με βασικό συνδετικό κρίκο και υποκινητή δράσεων και συλλογισμών υπέρ της πόλης τον Νίκο Βατόπουλο, γίνεται επιτέλους εφικτή αυτή η πανστρατιά δυνάμεων εις το όνομα της πόλης.” (πηγή εδώ)


Είδηση Νo 2
“Με το συντονισμό της ΕΛΛΕΤ και πρωτοβουλία των Λυδίας Καρρά και Μάγιας Τσόκλη, φορείς και πολίτες δημιούργησαν το Δίκτυο Πολιτών για το Ιστορικό Κέντρο, με στόχο να ξαναγίνει βιώσιμο το ιστορικό κέντρο της Αθήνας και να σταματήσει η υποβάθμισή του. Στο ιστορικό κτήριο της ΕΛΛΕΤ οι πολίτες του Ιστορικού Κέντρου της Αθήνας έδωσαν την Τρίτη, 4/11/2014 το ενεργό παρόν, δηλώνοντας την αποφασιστικότητά τους για να βγει επιτέλους το Ιστορικό Κέντρο της πόλης από το τέλμα και να γίνει και πάλι βιώσιμο. ” (πηγή εδώ)


Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΛΕΞΗ ΠΟΛΙΤΗΣ
Αυτές είναι δυο πολύ πρόσφατες ειδήσεις του μηνός Νοεμβρίου2014. Μπορεί να είναι μικρές κι ασήμαντες, αλλά υπάρχει σ’ αυτές κάτι εξαιρετικά ενδιαφέρον που είναι όχι το ίδιο το γεγονός, αλλά η γλώσσα της είδησης και πιο συγκεκριμένα η χρήση της λέξης πολίτης. Η ιδιαίτερη χρήση της λέξης πολίτης είναι η είδηση πίσω από την είδηση. Ένα χρόνο πριν οι τίτλοι και των δυο ειδήσεων θα ήταν διαφορετικοί, όπως αποδεικνύει και ένα google search με τους αντίστοιχους όρους. Σαν τίτλο της πρώτης είδησης θα διαβάζαμε “εθελοντική δράση καθαρισμού…” και σαν τίτλο της δεύτερης “οι κάτοικοι του ιστορικού κέντρου…”
Να όμως που η λέξη πολίτης έρχεται να αντικαταστήσει την λέξη εθελοντής και κάτοικος, εκτοπίζοντας τελείως τη λέξη δημότης. Η μικρή αυτή γλωσσολογική μετατόπιση δεν θα είχε και πολύ σημασία αν ίσχυε για κάθε αντίστοιχη είδηση. Αν δηλ. όλοι οι εθελοντές που καθαρίζουν ονομάζονταν πολίτες και όλοι οι κάτοικοι που συζητούν για τις γειτονιές τους ονομάζονταν επίσης πολίτες. Κάποιοι ενεργοί πολίτες όμως, όπως στην Ακαδημία Πλάτωνος, παραμένουν “κάτοικοι”, ενώ αυτοί που καθαρίζουν την Απόστολου Παύλου και συνευρίσκονται στα γραφεία της ΕΛΛΕΤ αναβαθμίζονται σε “πολίτες”.

Συνήθως η προπαγανδιστική χρήση της λέξης πολίτης συνδέεται με τον σκοπό του να τονισθεί και να γίνει διακριτή η Ελληνική εθνική ταυτότητα. Με αυτή την χροιά χρησιμοποιείται στα δελτία ειδήσεων για να γίνει η διάκριση ανάμεσα στον εγκληματία αλλοδαπό και τον θύμα Έλληνα πολίτη, ή αντίστροφα, επιβραβεύοντας τον αλλοδαπό που πετυχαίνει κάποιο επίτευγμα αναβαθμίζοντάς τον σε πολίτη, άρα άξιο να είναι Έλληνα. Πρόκειται για μια τυπική χρήση του όρου πολίτης όπως αυτός ορίζεται στο πλαίσιο μιας εθνικής ταυτότητας και ενός κράτους Έθνους. Όταν μιλάμε όμως για τα ζητήματα της πόλης όπου εξίσου Έλληνες πολίτες, χωρίς εθνική διαφορά, διακρίνονται σε κατοίκους, εθελοντές και πολίτες τι νόημα παίρνει η λέξη πολίτης;
Η γλωσσική μετατόπιση από τον εθελοντή στον πολίτη γίνεται σε μια στιγμή όπου οι λέξεις πολίτης, ενεργός πολίτης και κοινωνία των πολιτών βρίσκονται πρώτες σε κάθε συζήτηση και χάραξη πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση και διεθνώς, ενώ ο εθελοντής με όλα τα αρνητικά του πρόσημα πάει για απόσυρση. Γίνεται επίσης σε μια στιγμή που ο επανορισμός της έννοιας του πολίτη είναι επιτακτικός καθώς απαγκιστρώνεται από το σαφές πλαίσιο ορισμού του εντός ενός έθνους κράτους και διευρύνεται στο πλαίσιο μιας αποεθνικοποιημένης ή μετά-εθνικής- διεθνοποιημένης ταυτότητας. Τι σημαίνουν αυτά?
Χοντρικά η αποεθνικοποιημένη ταυτότητα είναι αυτή που παίρνει υπόσταση ακόμα και εντός ενός έθνους κράτους και ανεξαρτήτως αυτού μέσω της ενεργού συμμετοχής σε μικρότερα ή και πολύ μεγαλύτερα δίκτυα (πχ παίρνοντας μέρος σε ένα παγκόσμιο δημοψήφισμα). Είναι η ταυτότητα του πολίτη που ανήκει στην Κοινωνία των πολιτών και είναι αυτή που πιο πολύ έχει να κάνει με την κλίμακα των ζητημάτων της πόλης. Η μετα-εθνική ταυτότητα ταιριάζει πιο πολύ για να προσεγγίσουμε περιπτώσεις όπως των πολιτών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που είναι συγχρόνως πολίτες ενός κράτους και μιας ένωσης κρατών.
Η Saskia Sassen που έχει εντρυφήσει στα θέματα αυτά έδωσε τον προηγούμενο Νοέμβριο στο creative summit της Στοκχόλμης μια ομιλία με το πολύ κρίσιμο ερώτημα του “Ποιος είναι ο πολίτης”. Η συζήτηση δεν είναι φιλολογική κι είναι εξόχως αιχμηρή. Αφορά τα δικαιώματά μας -το δικαίωμά μας στον χώρο. Ο ορισμός του πολίτη απαιτεί να ορίσουμε ποιός έχει δικαιώματα, ποιά δικαιώματα και πού.

Continue reading


Leave a comment

Η συμβολική μας ήττα- Πανεπιστημίου

Κωνσταντίνα Θεοδώρου

Πανεπιστημίου ημέρα με πορεία- προσωπικό αρχείο

Πανεπιστημίου ημέρα με πορεία- προσωπικό αρχείο

Το συμβολικό παράδειγμα -Γιατί τόση συζήτηση για το Rethink?
Για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου έχουν γραφτεί σχεδόν τα πάντα-
Το θέμα κατάφερε να παραμείνει στο επίκεντρο της συζήτησης για την Αθήνα επισκιάζοντας θέματα εξίσου και πιο σημαντικά, όπως το ρυθμιστικό σχέδιο του λεκανοπέδιου, το σκάνδαλο του Ελληνικού κ.α. Κατάφερε να επισκιάσει και τα έργα του Φαληρικού Όρμου στη συζήτηση που έγινε μετά την πρόσφατη διαρροή της φημολογίας ότι η Ευρωπαϊκή ένωση αρνείται να χρηματοδοτήσει τα δυο έργα. Διαβάζοντας τα σχόλια κάτω από την είδηση, σε site αρκετά ετερόκλητα μεταξύ τους, φαίνεται πως τα νέα για την Πανεπιστημίου συζητήθηκαν πολύ περισσότερο και έγιναν δεκτά με ανακούφιση, σε αντίθεση με τον Φαληρικό Όρμο, για τον οποίο υπήρξε γενική απογοήτευση τη στιγμή που η περίπτωση του είναι πολύ πιο σκανδαλώδης και σοβαρή. Τουλάχιστον η Πανεπιστημίου είναι ακόμα δημόσιος χώρος ενώ ο Φαληρικός Όρμος μεταβιβάστηκε στην Παράκτιο μέτωπο ΑΕ που σημαίνει ό,τι κάποια στιγμή μπορεί να γίνει απρόσβατος για το κοινό.
Το θέμα μπήκε κάπως στο περιθώριο μόνο όταν, μετά το Μάιο του 2014, η συζήτηση στράφηκε στο πολύ σοβαρότερο και πανελλήνιας απήχησης θέμα των αιγιαλών. Στην ουσία το θέμα των αιγιαλών ήταν μόνο μια υποπερίπτωση ενός ευρύτερου σχεδίου, που εν ολίγοις συνοψιζόταν στη συνολική κατεδάφιση του πολεοδομικού σχεδιασμού. Στην περίπτωση του Rethink, όπως και στους αιγιαλούς, η μερική περίπτωση επισκίασε το όλον και πιο σοβαρό θέμα, που είναι η τουριστο-κεντρική κατεύθυνση των επεμβάσεων στην Αθήνα για τα επόμενα χρόνια. Μιλάμε για το Rethink, όπως και για τους αιγιαλούς, γιατί ακριβώς αποτελούν την εικόνα -σύμβολο του όλου. Οι μεν παραλίες ως η κλασική εικονογράφηση του τι είναι Ελλάδα, η μεν Πανεπιστημίου ως ο κατεξοχήν δρόμος του σύγχρονου αθηναϊκού κέντρου.
Μιλάμε επίσης για την Πανεπιστημίου, γιατί η περίπτωσή της είναι “απτή”, είναι μέσα στα πόδια μας, στις καθημερινές μας διαδρομές. Η τόση δημοσιότητα γύρω από αυτή και οι εικόνες του διαγωνισμού έκαναν και τον πιο αδαή να μπορεί να έχει άποψη. Για όλα αυτά η επέμβαση στην Πανεπιστημίου αποκτά ένα ειδικό βάρος, αυτό του διδακτικού προτύπου, του παραδείγματος. Εισάγει το ευρύ κοινό σε ένα ύφος και πνεύμα σχεδιασμού που φαίνεται ότι θα διαπνέει όλες τις μελλοντικές επεμβάσεις στην Αθήνα. Ως διδακτικό παράδειγμα λοιπόν κρίνεται με ιδιαίτερη βαρύτητα- κάθε αστοχία συμβολικά θα πολλαπλασιάζεται.

RETHINK ΑΤΗENS- O μονόδρομος;
Ήδη έχει επιστρατευτεί μια επικοινωνιακή δύναμη για να καλύψει το κενό που θα αφήσουν τα μεγάλα έργα απαντώντας στην ερώτηση “μετά το rethink τι”, ωσάν το rethink να ήταν η μόνη απάντηση στο τι κάνουμε με το κέντρο της Αθήνας. Έτσι βέβαια προωθήθηκε επικοινωνιακά, ως ο μονόδρομος για την ανάπλαση του κέντρου- ως η μοναδική επιλογή σε ένα εκβιαστικό δίλημμα, ή το rethink ή τίποτα, όπως τόλμησε να πει διόλου επιστημονικά και ο επιστημονικός υπεύθυνός του Π. Τουρνικιώτης. Στην κριτική της αντίθετης πλευρά επικράτησε η γραμμή, πάνω στην οποία πάτησε και η ΕΕ για να δικαιολογήσει την απόρριψη, ότι είναι έργο βιτρίνας, περιττή σπατάλη εν μέσω κρίσης. Το αποτέλεσμα αυτής της δίπολης προπαγάνδας είναι ότι στο άκουσμα του νέου της μη χρηματοδότησης το κοινό αναγνώρισε μεν μετά λύπης ότι δεν πρέπει να γίνει ένα τέτοιο σπάταλο έργο σε καιρό κρίσης, αλλά τώρα; πώς θα σωθεί το κέντρο.
Το πρόβλημα όμως με την Πανεπιστημίου δεν είναι ότι είναι έργο βιτρίνας, αλλά ότι δεν σώζει το κέντρο, τουναντίον. Και δώρο να μας την κάνανε θα έπρεπε να πούμε όχι. Δεν απαντάει σε καμία λειτουργική ανάγκη της πόλης, δεν δίνει καμιά ουσιαστική απάντηση στα προβλήματα του κέντρου και κατά πάσα πιθανότητα θα όξυνε αρκετά από αυτά. Περισσότερο απ’ όλα όμως, ακόμα κι αν κάποια στιγμή το έργο υλοποιούνταν και όλα έβαιναν καλώς και οι τωρινές ενστάσεις, εκφρασμένες υπό το φως της κρίσης, διαψεύδονταν, – όποια κι αν ήταν η επιτυχία του έργου στο μέλλον-, υπάρχουν εδώ και τώρα στο παρόν και δεν πρόκειται να σβηστούν στο μέλλον πολύ σοβαρές ενστάσεις ως προς τις κατευθύνσεις και το ήθος που εισάγει, ως προς τη διαδικασία, τον τρόπο σχεδιασμού και το όραμα που φέρει για την πόλη. Ως παράδειγμα έχει ήδη λειτουργήσει αρνητικά. Continue reading


Leave a comment

Rethink Athens- Ένα καθαρό ναι ή όχι και ένα πιθανό ίσως

Rethink Athens- A clear yes or no and a possibly maybe | By Constantina Theodorou
For English>>

Κωνσταντίνα Θεοδώρου

Από την συζήτηση της Δευτέρας 31/03, στην Ανοιχτή Πόλη για το ιστορικό κέντρο, την οποία άνοιξε παρουσιάζοντας τις θέσεις του ο υποψήφιος Δήμαρχος Αθηνών Γαβριήλ Σακελλαρίδης, ένα ερώτημα φαίνεται να έμεινε αναπάντητο ως το τέλος. Τελικά ο υποψήφιος δήμαρχος είναι υπέρ ή κατά του Rethink? Αρκετοί περιμένοντας να ακούσουν με σαφήνεια την τοποθέτηση ναι/όχι απογοητεύτηκαν. Απογοητεύτηκαν περιμένοντας ένα ηχηρό όχι στο Rethink και θεωρώντας αδυναμία της υποψηφιότητας το ότι δεν παίρνει μια σαφή θέση ενάντια σ’ αυτό το “έργο βιτρίνας” στους χαλεπούς καιρούς που ζούμε, που η πόλη είναι επισήμως σε “ανθρωπιστική κρίση ” κτλ.
Εμμέσως και πολύ πλαγίως μπορεί κανείς να πει πως φάνηκε μια θέση όταν στις προγραμματικές δηλώσεις του υποψηφίου δημάρχου αναφέρθηκε πως ” Κατά την δική μας άποψη, οι λίγοι διαθέσιμοι πόροι δεν πρέπει να πάνε μαζικά σε δήθεν «εμβληματικά» έργα, στερώντας έτσι πόρους από τις γειτονιές. “Trademark” της πόλης δεν πρέπει να είναι ένα «εξευγενισμένο» κέντρο. “ (πηγή)
Όσο λοιπόν μπορεί κανείς να πάρει τις μετρητοίς προεκλογικές δηλώσεις, συνάγεται πως μάλλον η θέση της Ανοιχτής Πόλης είναι κατά. Είναι όμως? Κι αν δεν είναι γιατί δεν είναι? Αλλά μήπως έχει και νόημα να είναι; Υπέρ η κατά;
Η απάντηση στην ερώτηση αυτή είναι ότι τελικά δεν έχει και τόση σημασία ποια είναι η θέση του όποιου υποψήφιου δημάρχου καθώς δυστυχώς δεν έχει καμιά σοβαρή αρμοδιότητα γι’ αυτή την τόσο καίρια επέμβαση στο κέντρο της πόλης. Οι αποφάσεις παίρνονται σε επίπεδο περιφέρειας και υπουργείου, και η συμφωνία για 78.5 εκ ευρώ έχει ήδη υπογραφεί ως εξής: 38 εκ. Ευρώ από το ΥΠΕΚΑ μέσω ΕΠΠΕΡΑΑ και 40.5 εκ ευρώ από το Περιφερειακό Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «ΠΕΠ Αττικής. Ο δήμαρχος Αθηναίων δεν έβαλε πουθενά καμιά υπογραφή, και δεν προβλέπεται να του ζητηθεί να βάλει απ’ τη στιγμή που δεν βάζει και λεφτά- για τα τυπικά μόνο το έργο θεωρείται και υπό την αιγίδα του Δήμου.¹
Οπότε από τη στιγμή που δεν έχει λόγο και δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, γιατί ο όποιος υποψήφιος δήμαρχος να κοντραριστεί ευθέως και ρητά με αυτό που μοιάζει να είναι το νέο αντικείμενο συλλογικής φαντασίωσης;
Η πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου, αυτή τη στιγμή, μοιάζει να φωτίζει τα όνειρα όλων όσων ζουν και κινούνται στο κέντρο της πόλης, έτοιμοι ν’ ακούσουν το άγγελμα της σωτηρίας στον ήχο της πρώτης μπουλντόζας. Πράσινο, πεζόδρομοι, τουρίστες, έτοιμοι ν’ αφήσουνε λεφτά, όχι κάπου μακριά, όχι στο Ελληνικό, εδώ μέσα στα πόδια μας. Πως μπορεί να τους πει κανείς ότι είναι ανόητο να ελπίζουν πως μια δεντροστοιχία εκατέρωθεν ενός αργοκίνητου τραμ θα τους αλλάξει την ζωή; Το Rethink Athens μέσα από την εξαιρετική επικοινωνιακή προπαγάνδα του ιδρύματος Ωνάση έχει στοιχειώσει τα όνειρα όλων.
Όσο κι αν στην Αθήνα αυτή τη στιγμή κρίνονται πολύ μεγαλύτερα έργα και σε έκταση και σε προϋπολογισμό, η συζήτηση γυρίζει ξανά και ξανά στο Rethink. Είναι το συμβολικό, είναι η ανάταση που περιμένουν όλοι, είναι όπως λένε η βιτρίνα της πόλης, είναι στο κάτω κάτω μες στις καθημερινές μας διαδρομές -δεν μπορεί, όλο και λίγη χρυσόσκονη απ’ την καινούρια λαμπερή Πανεπιστημίου θα πέσει και σε μας που γυρνάμε ολημερίς στο κέντρο. Ενώ στο Ελληνικό; Ό,τι κι αν συμβεί εκεί είναι σχεδόν αόρατο για μας εδώ.
Γι’ αυτό λοιπόν οι διαμαρτυρίες είναι λίγες, βρίσκονται είτε στο πεδίο των ειδικών που αναγνωρίζουν τα λάθη του σχεδιασμού, τις μεθοδολογικές κι επιστημονικές ελλείψεις, σε όσους, με κοινωνικές ευαισθησίες διαμαρτύρονται για την σπάταλη σε καιρούς λιτότητας και σε όσους ατυχείς χρησιμοποιούν τις δέκα λεωφορειακές γραμμές που πρόκειται να κοπούν. Οι υπόλοιποι συναινούν ενθουσιωδώς.

Γιατί λοιπόν να πει ένας υποψήφιος Δήμαρχος όχι στο Rethink?
Η απάντηση βρίσκεται σε ένα πολύ μικρό σημείο στην παρουσίαση του ενός εκ των υπολοίπων ομιλητών της βραδιάς του Γ. Πολύζου, υποστηρικτή του Rethink, καθηγητή ΕΜΠ και πρώην πρόεδρου του Οργανισμού Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας. Continue reading


Trying hard to persuade us- Rethink Athens “The exhibition”

 Δεν πέρασαν λίγες ώρες απ’ όταν ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, Γιάννης Μανιάτης υπέγραψε τους περιβαλλοντικούς όρους ανάπλασης του άξονα Πανεπιστημίου-Πατησίων, κι αμέσως χωρίς να χαθεί χρόνος ανακοινώθηκε η έκθεση του Rethink. Μελέτες εφαρμογής και υποστηρικτικό υλικό θα είναι διαθέσιμα στο κοινό σε ούτε μια εβδομάδα από την υπογραφή της σύμβασης! Κι η πιο ασήμαντη έκθεση ανακοινώνεται τουλάχιστον δυο βδομάδες πριν. Τόση βιάση, τόση ετοιμότητα! Οι αποφάσεις, σαν έτοιμες από καιρό,- κάποιοι προσπαθούν σκληρά να μας πείσουνε γι’ αυτές. Εξού κι αυτός ο εξαιρετικός επικοινωνιακός βομβαρδισμός, – το διακύβευμα είναι προφανώς αντίστοιχα μεγάλο για όσους το κερδίσουν. Όσο μεγαλύτερη είναι η προσπάθεια να κερδηθεί η γνώμη του κοινού τόσο περισσότερο προφανές είναι ότι τίποτε δεν γίνεται για το κοινό καλό.

Αντιγράφοντας από την σελίδα του Rethink Athens: ”Oι οριστικές μελέτες του Rethink Athens παραδίδονται σε πολιτεία και πολίτες! Από τις 19 Φεβρουαρίου, ενεργοποιείται ξανά η στοά Αρσακείου και 19 κενά δωμάτιά της φιλοξενούν τις 33 οριστικές μελέτες του σχεδίου ανάπλασης του κέντρου της πόλης με άξονα την Πανεπιστημίου. Κάθε λεπτομέρεια, πληροφορία, σχέδιο που αφορά την Αθήνα που βάζει ξανά τον άνθρωπο στο κέντρο θα βρίσκεται εκεί. Τα 19 ειδικά διαμορφωμένα καταστήματα της Στοάς Αρσακείου έχουν μετατραπεί σε χώρους έκθεσης, μελέτης και εκδηλώσεων. Μέσα από 42 ειδικά τεύχη, 12 video walls, ενημερωτικά έντυπα, ακριβείς φωτοαπεικονίσεις και αναρτημένα αρχιτεκτονικά σχέδια, η Έκθεση «Rethink Athens: Η Αθήνα στο κέντρο» θα δώσει την ευκαιρία στον επισκέπτη να ξεναγηθεί στο μέλλον της πόλης.Η έκθεση θα διαρκέσει ως τις 10 Μαρτίου και θα φιλοξενεί ταυτόχρονα πολλές και ενδιαφέρουσες δράσεις. Την έκθεση επιμελείται ο Αριστείδης Αντονάς.” Να επισημάνουμε βεβαίως ότι αυτός που επιμελείται την έκθεση ήταν ένας από τους διαγωνιζόμενους φιναλίστ του διαγωνισμού, ο οποίος σε μια παράδοξη θέση αναλαμβάνει να στηρίξει και να οργανώσει την έκθεση του ανταγωνιστή του- και νικητή του διαγωνισμού. Σ’ αυτό το παιχνίδι όλoi βρίσκουν τη θέση τους – όλοι κάτι θα πάρουν. Ο καθείς φέρει την ευθύνη της συμμετοχής του- κι η αισθητική δεν ξεπλένει την ηθική.


Η σχέση μας με το πράσινο – Η περίπτωση του Εθνικού Κήπου

Κωνσταντίνα Θεοδώρου

Φρανσουάζ Λουί Μπαρό

Το σχέδιο του ΦρανσουάΛουί Μπαρό για τον Εθνικό Κήπο 1845

Ένα ακόμη μέτωπο αστικής συζήτησης είναι ανοιχτό αυτή την στιγμή με θέμα τον Εθνικό κήπο και την πρόθεση του ιδρύματος ΝΕΟΝ- Δασκαλοπούλου να τον μετατρέψει σε υπαίθρια έκθεση γλυπτικής τύπου Μπιενάλε. Η εκθεσιακή πρόταση συνοδεύεται από αρχιτεκτονική- κηποτεχνική παρέμβαση  από το γραφείο Θ. Δοξιάδη. Πιο αναλυτικά μπορεί κανείς να διαβάσει για την πρόταση και τα παρασκήνια εδώ. ( iefimerida.grΠώς και γιατί ο Καμίνης θα καταστρέψει τον Εθνικό Κήπο”). Δεν είναι η πρώτη φόρα βέβαια που ο Εθνικός Κήπος απειλείται από αναπλάσεις. Η πιο πρόσφατη φορά και μάλιστα με πολύ πιο βίαιες και έντονες επεμβασεις,  είχε μάλιστα την υπογραφή καθηγητών του ΕΜΠ.

Ωστόσο το τι ακριβώς προβλέπει αυτή ή η προηγούμενη  πρόταση δεν έχει τελικά σημασία, ούτε κι αν τελικά θα προκύψει κάποια αισθητική βελτίωση. Γιατί πολύ απλά δεν θα έπρεπε καν να συζητάμε για επεμβάσεις αλλοίωσης ενός μνημείου. Κανείς δεν θα σκεφτόταν να καλέσει έναν καλλιτέχνη για να  προσθέσει χέρια στην Αφροδίτη της Μήλου για αισθητική βελτίωση. Το παράδειγμα είναι ακριβώς ανάλογο. Ο Εθνικός Κήπος είναι ένα μνημείο από μόνος του- ένα έργο τέχνης πολύ μεγαλύτερης αξίας από οτιδήποτε προβλέπεται να τοποθετηθεί εντός του σύμφωνα με την πρόταση του ιδρύματος ΝΕΟΝ και δεν χρειάζεται κανένα έργο τέχνης για να αναδειχθεί. Τα έργα τέχνης αναδεικνύονται εντός αυτού. Το μόνο που χρειάζεται είναι φροντίδα.

Αλλά το παράδειγμα αυτό αναδεικνύει την σχέση μας με το πράσινο καθώς και το βάθος της καλλιτεχνικής μας παιδείας. Η τέχνη όπως και το πράσινο στην πρόσφατη αστική μας συνείδηση καταγράφονται ως στοιχεία εξευρωπαϊσμού. Στο πράσινο και στην τέχνη επαφίουμε τις ελπίδες μας να γίνουμε επιτέλους Παρίσι. Όταν όμως αυτά συγκρούονται έχουμε το εξής παράδοξο. Από την μια να ονειρευόμαστε πρασινάδες στην Ομόνοια,  κι από την άλλη εκεί που είναι άφθονο να μην το εκτιμούμε και να ονειρευόμαστε Μπιενάλε στον Εθνικό  Κήπο.

Είναι σχεδόν συλλογική επιθυμία-φαντασίωση να πρασινίσει η Ομόνοια, όποιον κι αν ρωτήσεις θα ήθελε λίγο πράσινο στην Ομόνοια. Στην πραγματικότητα το όνειρο δεν είναι να πρασινίσει η πλατεία. Το όνειρο είναι να αποκτήσει ξανά την ευρωπαϊκή όψη αυτών των καρτ-ποστάλ των αρχών του αιώνα, να γίνει μια Place de la Concorde ξανά. Όπως και με την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου, η καινούρια πρόταση των Ολλανδών γίνεται δεκτή ως η λύση που θα πρασινίσει την Πανεπιστημίου, όμως περιλαμβάνει ελάχιστα δέντρα παραπάνω απ’ όσα έχει ήδη ο δρόμος,  τα οποία κανείς βέβαια δεν προσέχει.

Γιατί δεν είναι το θέμα το πράσινο. Το “πράσινο” είναι το όχημα του εξευρωπαϊσμού μας, κι αν κάτι μπορεί να μας τον εξασφαλίσει με μεγαλύτερη βεβαιότητα, όπως μια συλλογή τέχνης, τότε το “πράσινο” έρχεται δεύτερο. Το υποσχόμενο πράσινο πιστεύουμε ότι θα καλύψει όλη την μαραζωμένη πόλη, ακριβώς όπως  στον Εθνικό Κήπο η επέλαση της τέχνης θα καλύψει το μαραζωμένο πράσινο.

Το πράσινο  και η τέχνη είναι ο δούρειος ίππος των αστικών αναπλάσεων, ομορφαίνουν τα πάντα, καλύπτούν τα πάντα, υπόσχονται την ένταξη μας στο πάνθεον των ευρωπαϊκών πόλεων. Δεδομένης μάλιστα της προβληματικής σχέσης των σύγχρονων Ελλήνων με τον δημόσιο χώρο, τα δικαιώματα σ’ αυτόν εκχωρούνται ασυζητητί με την υπόσχεση ότι θα προκύψει κάτι που γυαλίζει μεν, αλλά δεν θα μας ανήκει δε.

national

Γ. Ιακωβίδης Βασιλικός Κήπος


Εντοπίζοντας τις προβληματικές για την Αθήνα

Κωνσταντίνα Θεοδώρου

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ, Η ΔΟΜΗ ΚΑΙ Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η ερώτηση “τι είναι προβληματικό στην Αθήνα σήμερα” μπορεί να απαντηθεί με πολλούς τρόπους, είτε εστιάζοντας σε όλα τα τοπικά, σημειακά προβλήματα, είτε ορίζοντας ένα ευρύτερο σχήμα, μέσα στο οποίο μπορούν να βρουν θέση και να αντιμετωπιστούν τα επιμέρους. Ως ένα τέτοιο ευρύ εργαλειακό σχήμα μπορεί να ειδωθεί το πρόβλημα της Ταυτότητας και της Δομής της Αθήνας, τα οποία μαζί δυσχεραίνουν τη Λειτουργία της.

Συνήθως τα λειτουργικά προβλήματα αντιμετωπίζονται με την επιλύση της λειτουργικότητας, ωστόσο μια τέτοια προσέγγιση είναι επιφανειακή και βραχυπρόθεσμη. Κι αυτό γιατί η πόλη δεν είναι απλά μια μηχανή που πρέπει να δουλέψει, είναι πάνω από όλα σχέσεις στον χώρο και στον χρόνο. Κάθε επέμβαση, ένας ποδηλατόδρομος, ένα πάρκο, κτλ. προτείνει μία νέα σχέση, με ακτίνα επιρροής μεγαλύτερη από τον άμεσο κύκλο της. Η λειτουργικότητα μπορεί προσωρινά να επανέρθει με παυσίπονα μέτρα, αλλά η επίλυση των προβλημάτων απαιτεί να πάμε ένα βήμα πίσω, στην μεγάλη εικόνα.

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Αυτό που  καθηλώνει την Αθήνα από την σύστασή της σχεδόν ως πρωτεύουσα του Νέου Ελληνικού κράτους είναι η έλλειψη ταυτότητας, ή μάλλον η ελλειψη σύνδεσης μεταξύ φαντασιακής, επιθυμητής ταυτότητας και πραγματικότητας. Η έννοια της αστικής ταυτότητας συγκροτείται συλλογικά και απαιτεί την αναγνώριση του παρελθόντος, την συμφιλίωση με το παρόν, και το ανοιχτό βλέμμα στις δυνατότητες του μέλλοντος, διατρέχει δηλ. όλους τους χρόνους της πόλης. Η έλλειψη μιας ταυτότητας, μιας γενικής εικόνας για την Αθήνα σήμερα, είναι εμφανής τόσο στα τεχνοκρατικά ρυθμιστικά-πολεοδομικά σχέδια, όσο και στα λιγότερο τεχνοκρατικά, επιχειρηματικά σχέδια αστικών αναπλάσεων που προωθούνται τώρα. Το ότι αυτή η πόλη δεν έχει να προτείνει μια αφήγηση- έναν τρόπο ζωής δηλ.- επιβεβαιώνεται και από το ότι η Αθήνα πλασάρεται από τα διεθνή τουριστικά site ως προορισμός των δυο μόνο ημερών.

Είμαστε σε ένα κενό, φαντασίας και οραμάτων που θα μπορούσαν να κινητοποιήσουν  έναν διαφορετικό τρόπο να φανταστούμε, να βιώσουμε και  να επιδιώξουμε μια άλλη πόλη. Το να μην μπορούμε να αναγνωρίσουμε το παρελθόν, μας εμποδίζει να φανταστούμε το μέλλον, και το να μην μπορούμε να φανταστούμε το μέλλον μας καθηλώνει στο παρόν, την απελπισία, και την στασιμότητα. Την γενικευμένη στασιμότητα και αδράνεια εκμεταλλεύονται όσοι καιροσκοπικά,  προτείνουν μεγαλεπήβολα σχέδια με βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, χωρίς συσχέτιση με το πραγματικό υλικό του τόπου, τους ανθρώπους. Το νέο που υπόσχονται γίνονται αποδεκτό με ενθουσιασμό μέσα σ’ ένα περιβάλλον όπου τίποτε δεν συμβαίνει και όλα καταρρέουν. Είναι λοιπόν κρίσιμο να μην παρασυρθούμε από αυτόν τον ενθουσιασμό και την αφελή χαρά του ότι κάτι γίνεται επιτέλους, αλλά να σκεφτούμε πιο συνολικά και κριτικά τι είναι αυτό το νέο που έρχεται.

 Η στασιμότητα και η αναμονή δεν είναι αυτομάτως αρνητικές αξίες. Μπορούν να μετουσιωθούν σε θετικά στοιχεία, αν σ’ αυτό το διάστημα της αναμονής προκύψει μια “αστική ενδοσκόπηση”. Στο διάστημα αυτό, της παύσης της δράσης, μας δίνεται η ευκαιρία να κάνουμε μια αποθεματική για το μέλλον, αποθεματική ιδεών και πόρων (-γη, κτίρια, κτλ) και να εκτιμήσουμε τις δυνατότητες που λανθάνουν στο αστικό αττικό μας τοπίο. Continue reading


Αναζητώντας την ευθύνη για τον δημόσιο χώρο

Μια μεγάλη συζήτηση έχει ξεκινήσει με την τελευταία δράση των Ατενίστας στο Κολωνάκι

Αντιγράφοντας από το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Unfollow Λαός και Κολωνάκι ή… τα όρια των Atenistas , η ιστορία έχει ως εξής ….”Παραμονή της επετείου του Πολυτεχνείου και οι Atenistas βρίσκονται πάλι εν δράσει. Με κουβάδες, μπογιές και βούρτσες καταπλέουν στην οδό Μαρασλή για να βάψουν μια φρικτή γκρίζα σκάλα, να βάλουν λίγο χρώμα (φαβέλας) στη μουντή μεγαλοαστική ζωή του Κολωνακίου. Τα πράγματα όμως δεν εξελίσσονται ως συνήθως, εδώ οι κάτοικοι δεν τους υποδέχονται με αλαλαγμούς χαράς, κάποιοι μάλιστα μόλις βλέπουν το αποτέλεσμα καλούν την αστυνομία. Γραπτή άδεια από το Δήμο δεν υπάρχει και κάποιοι από τους Atenistas καταλήγουν στο τμήμα. Γίνονται τα απαραίτητα τηλέφωνα και οι «προσαχθέντες» επικαλούνται προφορική άδεια που επιβεβαιώνεται και αφήνονται ελεύθεροι. Ακολουθεί η αναμενόμενη μικροσυζήτηση στα σόσιαλ μήντια. ….Το «ατόπημα» της Μαρασλή καταδεικνύει μια σειρά από προβλήματα. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν αφορά την αισθητική, αλλά την κατανομή του πολιτιστικού (και του πολιτικού) κεφαλαίου μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Αν οι κάτοικοι του Κολωνού δεν αναγνωρίζουν στον εαυτό τους (και δεν τους αναγνωρίζεται κεντρικά) το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη γειτονιά τους και δέχονται τον πολιτιστικό παρεμβατισμό των χαρούμενων ακτιβιστών ως αναβάθμιση της δικής τους ένδειας, οι κάτοικοι του Κολωνακίου δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία”

Άμεσα υπήρξε απάντηση από τους φίλους και υποστηρικτές των ατενίστας των οποίων η κριτική προς την “αριστερή” κριτική εστιάζει στα εξής- Γιατί δεν λένε τα ίδια και για τα γκράφιτι, γιατί δεν ζητάνε πιστοποιητικά νομιμότητας από τον Δήμο για τα tagging? και “Γιατί τόση μιζέρια από τους Κολωνακιώτες, που δεν δέχονται επιτέλους λίγο χρώμα στη ζωή τους?”

Όσον αφορά τα γκράφιτι η σύγκριση αναδεικνύει το πρόβλημα. Το γκράφιτι είναι και θέλει να κινείται στο χώρο της παρανομίας, εκθέτοντας, ίσως ενοχλώντας, και ξεβολεύοντας. Οι δράσεις των ατενίστας αντιθέτως επιθυμούν να κινούνται στο χώρο της ευνομίας, της τάξης και ασφάλειας, θέλουν να πρεσβεύουν την αποκατάσταση της αισθητικής. Επιθυμούν να κρίθουν με όρους φιλανθρωπίας- απαιτούν δηλ. όχι μόνο την συναίνεση αλλά και την ευγνωμοσύνη μας. Κρίνεται λοιπόν η δράση τους μέσα στα όρια που ή ίδια θέτει. Στο πλαίσιο της ευνομίας λοιπόν, τίποτε δεν δικαιώνει, τυπικά ή άτυπα, την πράξη των ατενίστας ως νόμιμη. Η αντίστοιχη κριτική προς τα  γκράφιτι και τα tagging  γίνεται όταν μεταπηδούν από το πλαίσιο τους, όταν δηλ. με τις ευλογίες του νόμου, νόμιμα και με πρόσκληση ιδιοκτητών, βγαίνουν έξω από το πλαίσιο που τα δικαιώνει και μπαίνουν στα μουσεία και τις εκθέσεις- Εκεί λοιπόν θα κριθούν με τους καθαρούς όρους της τέχνης και θα χάσουν σ’ αυτό το δύσκολο πεδίο. Όλες αυτές οι δράσεις των ατενίστας ή των γκραφιτάδων θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιο αισθητικό αποτέλεσμα. Η κριτική  όμως είναι ριζικά διαφορετική, γιατί είναι στην βάση των προθέσεων και των διακηρύξεων, και όχι του αποτελέσματος, αισθητικού και κοινωνικού, από τη στιγμή που τυπικά και οι δυο, είναι εξίσου παράνομες.

Όσον αφορά την αισθητική, η συζήτηση είναι παραπειστική, δεν έχει νόημα να συζητάμε αν οι σκάλες είναι ωραίες κίτρινες ή γκρι, το ωραίο είναι υποκειμενικό, γι’ αυτό και όσον αφορά τον δημόσιο χώρο έχουμε συγκεκριμένες διαδικασίες για να επιλύουμε διαφορές γούστου.

Και οι διαδικασίες αυτές είναι στην καρδιά του προβλήματος που ανέκυψε. Προσπερνώντας την περίπτωση των ατενίστας, το ζήτημα που ανακινείται εδώ είναι πολύ ευρύτερο και αφορά όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις εθελοντισμού και δράσεων από πολίτες στον δημόσιο χώρο της πόλης που διεκδικούν αν όχι την τυπική, θεσμική νομιμότητα, τουλάχιστον την κοινωνική συναίνεση. Το ερώτημα “ποιος τελικά αποφασίζει για τον Δημόσιο χώρο” θα επανέρχεται όλο και συχνότερα από δω και πέρα, καθώς η αστική συνθήκη γίνεται όλο και πιο διευρυμένη και πολυεπίπεδη, καθώς οι Δήμοι ασθενούν οικονομικά όλο και περισσότερο και η ευθύνη και εποπτεία του δημόσιου Χώρου γίνεται όλο και πιο βαριά και ασήκωτη γι’ αυτούς.

Ποιος λοιπόν δίνει το πιστοποιητικό νομιμότητας για δράση που αφήνει το αποτύπωμα της στον δημόσιο χώρο? (δεν κρίνονται, δηλ. εδώ οι παροδικές χρήσεις του δημόσιου χώρου, περφόρμανς χάπενινγκ, προσωρινές κατασκευές που αποσύρονται εντός συντόμου χρόνου). Είναι ο Δήμος, η γειτονιά, η κοινότητα? Δικαιούνται παράγοντες εξωτερικοί να ευεργετούν και να φιλανθρωπούν επεμβαίνοντας στην μορφή του δημόσιου χώρου? Τι τους νομιμοποιεί?

Η ερώτηση που ξεκινάει από τους ατενίστας είναι η ίδια που φτάνει μέχρι το ίδρυμα Ωνάση για να ρωτήσει αν δικαιούται ένα ίδρυμα ιδιωτικό να διοργανώνει διαγωνισμούς για το κέντρο της πόλης. Θα μπορούσε βεβαίως στην θέση του Ωνάση να βρισκόταν οποιοσδήποτε άλλος παράπλευρος φορέας του Δημοσίου που δεν είναι άμεσα εξουσιοδοτημένος  με τον σχεδιασμό πόλης όπως το ΕΜΠ, κτλ. και η ερώτηση να παραμένει η ίδια.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα των ατενίστας η άδεια από τον Δήμο θα ήταν περιττή αν υπήρχε η συναίνεση της γειτονιάς. Ο Δήμος έρχεται ως ο ύστατος ρυθμιστής,  όταν η γειτονιά δεν μπορεί να συναινέσει όχι ως προς τον ξενιστή, αλλά μεταξύ της. Αν όλη η γειτονιά συμφωνούσε σ’ αυτή την εξωτερικά προερχόμενη δράση, εκτός από έναν, έχει το δικαίωμα αυτός ο ένας να εγκαλέσει τον ξενιστή στον Δήμο? Και ποιου η απόφαση θα μετρούσε περισσότερο, της γειτονιάς ή του Δήμου?

Πλέον και ανά τον κόσμο η απάντηση φαίνεται να διαμορφώνεται ως “Η γειτονιά”. Μπορούμε να βρούμε πολλά παραδείγματα και πλατφόρμες τοπικής συνεργασίας. Εντός των διαδικασιών αυτών των πλατφορμών περιλαμβάνεται η ρύθμιση της διαφωνίας, η ψηφοφορία, η διαβούλευση. Έχει παραχωρηθεί δηλ. από τον Δήμο πέραν της γνωμοδοτικής και η αποφασιστική εξουσία για τοπικά ζητήματα, με την ευθύνη για την εκτέλεσή τους να μένει στον Δήμο.

Επί του ελληνικού παραδείγματος, από την δομή της κρατικής οργάνωσης, ορίζεται μεν ο όρος της τοπικής κοινότητας αλλά με διαδικασίες δύσκαμπτες, μη φιλικές προς τον χρήστη, τη στιγμή που τα αντίστοιχα μοντέλα λειτουργούν απλά και άμεσα μέσω ίντερνετ. Οι κάτοικοι εδώ, μάλλον, τείνουν περισσότερο στις άτυπες συνελεύσεις και οργανώσεις κατοίκων, που έχουν σαφώς πιο ευέλικτη λειτουργία από τις θεσμοθετημένες “τοπικές κοινότητες”. Είτε πρόκειται βέβαια για “τοπικές κοινότητες” ή για συλλογικότητες κατοίκων, την τελική απόφαση για όλα  τα ζητήματα παίρνει ο Δήμος.

Αυτό ίσως γίνεται προβληματικό σε περιπτώσεις γειτονιών όπως πχ. του Μεταξουργείου ή της Κυψέλης, με δυο αντιμαχόμενα κινήματα γειτονιάς, που τυπικά κανένα δεν φέρει τα πιστοποιητικά της νομιμότητας, κάτι που σημαίνει πως οι κάτοικοι με τις περισσότερες προσβάσεις στον Δήμο αποφασίζουν τελικά για τον χώρο των υπολοίπων. Οι αναγνώσεις που δίνουν το ηθικό προβάδισμα στην μία ή στην άλλη είναι αυθαίρετες. Ο χάρτης του TEDx Human Grid δίνει το προβάδισμα στην συντηρητική πλευρά,  εμφανίζοντας μόνο το ΚΜ για το Μεταξουργείο και το ILove Kypseli για την Κυψέλη, ενώ οι κινηματικοί χάρτες κάνουν το αντίθετο εμφανίζοντας μόνο το metaxourgeio.wordpress και την Δημοτική αγορά Κυψέλης. Προφανώς καμιά ομάδα δεν δικαιούται επειδή έχει τα μέσα και την πρόσβαση στην εξουσία και στην Δημοτική αρχή να αποφασίζει ενάντια στην άλλη. Προβλήματα σαν αυτό που προέκυψε στην γειτονιά του Κολωνακίου θα είχαν πολύ μεγαλύτερη συνέχεια, αν ήταν και οι κάτοικοι μεταξύ τους διχασμένοι. Και δεν θα έχουν λύση τα θέματα αυτά, αν δεν προβλεφθεί ένα σύστημα απλό και φιλικό που να επιτρέπει την δημοσία διαβούλευση των κατοίκων μεταξύ τους για τα θέματα της γειτονιάς τους. Ένα ενεργό δηλ. σύστημα ενεργούς γειτονιάς.

Ο Δήμος βέβαια θα παραμένει ως ο τελικός ρυθμιστής. Και έτσι πρέπει να είναι. Αν αποδώσουμε την απόλυτη ευθύνη στις γειτονιές, όπως έχει αποδειχθεί σε άλλα παραδείγματα από το εξωτερικό στο παρελθόν, θα καταλήξουμε σε μια ένταση ανισοτήτων στο χώρο, καθώς κάποιες κοινότητες θα έχουν πολύ περισσότερους πόρους από άλλες, όποτε ο δήμος οφείλει να μεριμνήσει για την δίκαιη κατανομή των πόρων. Αντίστοιχα οφείλει να είναι ο βαρύνων παράγοντας, στην περίπτωση που η γειτονιά ή η κοινότητα, είναι το κέντρο της πόλης όταν δηλ. εμφανίζει στοιχεία μητροπολιτικής κεντρικότητας, και οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση είναι πολύ περισσότεροι πέραν των κατοίκων.

Το ζήτημα βέβαια της Συμμετοχικής Δημοκρατίας σε επίπεδο γειτονιάς-κοινότητας είναι εξαιρετικά σύνθετο και ευρύ, παίρνει τοπικές εξειδικευμένες λύσεις σε διάφορα παραδείγματα που τώρα δοκιμάζονται στο εξωτερικό, ενώ για την Ελλάδα η ιδέα είναι σχεδόν άγνωστη και πολλά βήματα μένουν ακόμα να γίνουν, τόσο σε θεσμικές αλλαγές όσο και σε επίπεδο προσωπικό. Να καλλιεργηθεί μια εμπιστοσύνη, προς τις διαδικασίες αυτές, προς τις τεχνολογίες που τις επιτρέπουν και τον άλλο άνθρωπο. Αλλά όλα αυτό το ρεύμα που αναπτύσσεται στο εξωτερικό δείχνει πως μαλλον κι εμείς αργά ή γρήγορα θα συνηθίσουμε στην ιδέα αυτή.

Αναζητώντας την ευθύνη για τον δημόσιο χώρο

Μια μεγάλη συζήτηση έχει ξεκινήσει με την τελευταία δράση των Ατενίστας στο Κολωνάκι

Αντιγράφοντας από το άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Unfollow Λαός και Κολωνάκι ή… τα όρια των Atenistas , η ιστορία έχει ως εξής ….”Παραμονή της επετείου του Πολυτεχνείου και οι Atenistas βρίσκονται πάλι εν δράσει. Με κουβάδες, μπογιές και βούρτσες καταπλέουν στην οδό Μαρασλή για να βάψουν μια φρικτή γκρίζα σκάλα, να βάλουν λίγο χρώμα (φαβέλας) στη μουντή μεγαλοαστική ζωή του Κολωνακίου. Τα πράγματα όμως δεν εξελίσσονται ως συνήθως, εδώ οι κάτοικοι δεν τους υποδέχονται με αλαλαγμούς χαράς, κάποιοι μάλιστα μόλις βλέπουν το αποτέλεσμα καλούν την αστυνομία. Γραπτή άδεια από το Δήμο δεν υπάρχει και κάποιοι από τους Atenistas καταλήγουν στο τμήμα. Γίνονται τα απαραίτητα τηλέφωνα και οι «προσαχθέντες» επικαλούνται προφορική άδεια που επιβεβαιώνεται και αφήνονται ελεύθεροι. Ακολουθεί η αναμενόμενη μικροσυζήτηση στα σόσιαλ μήντια. ….Το «ατόπημα» της Μαρασλή καταδεικνύει μια σειρά από προβλήματα. Το ζήτημα που τίθεται εν προκειμένω δεν αφορά την αισθητική, αλλά την κατανομή του πολιτιστικού (και του πολιτικού) κεφαλαίου μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών ομάδων. Αν οι κάτοικοι του Κολωνού δεν αναγνωρίζουν στον εαυτό τους (και δεν τους αναγνωρίζεται κεντρικά) το δικαίωμα να αποφασίζουν για τη γειτονιά τους και δέχονται τον πολιτιστικό παρεμβατισμό των χαρούμενων ακτιβιστών ως αναβάθμιση της δικής τους ένδειας, οι κάτοικοι του Κολωνακίου δεν ανήκουν στην ίδια κατηγορία”

Άμεσα υπήρξε απάντηση από τους φίλους και υποστηρικτές των ατενίστας των οποίων η κριτική προς την “αριστερή” κριτική εστιάζει στα εξής- Γιατί δεν λένε τα ίδια και για τα γκράφιτι, γιατί δεν ζητάνε πιστοποιητικά νομιμότητας από τον Δήμο για τα tagging? και “Γιατί τόση μιζέρια από τους Κολωνακιώτες, που δεν δέχονται επιτέλους λίγο χρώμα στη ζωή τους?”

Όσον αφορά τα γκράφιτι η σύγκριση αναδεικνύει το πρόβλημα. Το γκράφιτι είναι και θέλει να κινείται στο χώρο της παρανομίας, εκθέτοντας, ίσως ενοχλώντας, και ξεβολεύοντας. Οι δράσεις των ατενίστας αντιθέτως επιθυμούν να κινούνται στο χώρο της ευνομίας, της τάξης και ασφάλειας, θέλουν να πρεσβεύουν την αποκατάσταση της αισθητικής. Επιθυμούν να κρίθουν με όρους φιλανθρωπίας- απαιτούν δηλ. όχι μόνο την συναίνεση αλλά και την ευγνωμοσύνη μας. Κρίνεται λοιπόν η δράση τους μέσα στα όρια που ή ίδια θέτει. Στο πλαίσιο της ευνομίας λοιπόν, τίποτε δεν δικαιώνει, τυπικά ή άτυπα, την πράξη των ατενίστας ως νόμιμη. Η αντίστοιχη κριτική προς τα  γκράφιτι και τα tagging  γίνεται όταν μεταπηδούν από το πλαίσιο τους, όταν δηλ. με τις ευλογίες του νόμου, νόμιμα και με πρόσκληση ιδιοκτητών, βγαίνουν έξω από το πλαίσιο που τα δικαιώνει και μπαίνουν στα μουσεία και τις εκθέσεις- Εκεί λοιπόν θα κριθούν με τους καθαρούς όρους της τέχνης και θα χάσουν σ’ αυτό το δύσκολο πεδίο. Όλες αυτές οι δράσεις των ατενίστας ή των γκραφιτάδων θα μπορούσαν να έχουν παρόμοιο αισθητικό αποτέλεσμα. Η κριτική  όμως είναι ριζικά διαφορετική, γιατί είναι στην βάση των προθέσεων και των διακηρύξεων, και όχι του αποτελέσματος, αισθητικού και κοινωνικού, από τη στιγμή που τυπικά και οι δυο, είναι εξίσου παράνομες.

Όσον αφορά την αισθητική, η συζήτηση είναι παραπειστική, δεν έχει νόημα να συζητάμε αν οι σκάλες είναι ωραίες κίτρινες ή γκρι, το ωραίο είναι υποκειμενικό, γι’ αυτό και όσον αφορά τον δημόσιο χώρο έχουμε συγκεκριμένες διαδικασίες για να επιλύουμε διαφορές γούστου.

Και οι διαδικασίες αυτές είναι στην καρδιά του προβλήματος που ανέκυψε. Προσπερνώντας την περίπτωση των ατενίστας, το ζήτημα που ανακινείται εδώ είναι πολύ ευρύτερο και αφορά όλες τις αντίστοιχες περιπτώσεις εθελοντισμού και δράσεων από πολίτες στον δημόσιο χώρο της πόλης που διεκδικούν αν όχι την τυπική, θεσμική νομιμότητα, τουλάχιστον την κοινωνική συναίνεση. Το ερώτημα “ποιος τελικά αποφασίζει για τον Δημόσιο χώρο” θα επανέρχεται όλο και συχνότερα από δω και πέρα, καθώς η αστική συνθήκη γίνεται όλο και πιο διευρυμένη και πολυεπίπεδη, καθώς οι Δήμοι ασθενούν οικονομικά όλο και περισσότερο και η ευθύνη και εποπτεία του δημόσιου Χώρου γίνεται όλο και πιο βαριά και ασήκωτη γι’ αυτούς.

Ποιος λοιπόν δίνει το πιστοποιητικό νομιμότητας για δράση που αφήνει το αποτύπωμα της στον δημόσιο χώρο? (δεν κρίνονται, δηλ. εδώ οι παροδικές χρήσεις του δημόσιου χώρου, περφόρμανς χάπενινγκ, προσωρινές κατασκευές που αποσύρονται εντός συντόμου χρόνου). Είναι ο Δήμος, η γειτονιά, η κοινότητα? Δικαιούνται παράγοντες εξωτερικοί να ευεργετούν και να φιλανθρωπούν επεμβαίνοντας στην μορφή του δημόσιου χώρου? Τι τους νομιμοποιεί?

Η ερώτηση που ξεκινάει από τους ατενίστας είναι η ίδια που φτάνει μέχρι το ίδρυμα Ωνάση για να ρωτήσει αν δικαιούται ένα ίδρυμα ιδιωτικό να διοργανώνει διαγωνισμούς για το κέντρο της πόλης. Θα μπορούσε βεβαίως στην θέση του Ωνάση να βρισκόταν οποιοσδήποτε άλλος παράπλευρος φορέας του Δημοσίου που δεν είναι άμεσα εξουσιοδοτημένος  με τον σχεδιασμό πόλης όπως το ΕΜΠ, κτλ. και η ερώτηση να παραμένει η ίδια.

Στο συγκεκριμένο παράδειγμα των ατενίστας η άδεια από τον Δήμο θα ήταν περιττή αν υπήρχε η συναίνεση της γειτονιάς. Ο Δήμος έρχεται ως ο ύστατος ρυθμιστής,  όταν η γειτονιά δεν μπορεί να συναινέσει όχι ως προς τον ξενιστή, αλλά μεταξύ της. Αν όλη η γειτονιά συμφωνούσε σ’ αυτή την εξωτερικά προερχόμενη δράση, εκτός από έναν, έχει το δικαίωμα αυτός ο ένας να εγκαλέσει τον ξενιστή στον Δήμο? Και ποιου η απόφαση θα μετρούσε περισσότερο, της γειτονιάς ή του Δήμου?

Πλέον και ανά τον κόσμο η απάντηση φαίνεται να διαμορφώνεται ως “Η γειτονιά”. Μπορούμε να βρούμε πολλά παραδείγματα και πλατφόρμες τοπικής συνεργασίας. Εντός των διαδικασιών αυτών των πλατφορμών περιλαμβάνεται η ρύθμιση της διαφωνίας, η ψηφοφορία, η διαβούλευση. Έχει παραχωρηθεί δηλ. από τον Δήμο πέραν της γνωμοδοτικής και η αποφασιστική εξουσία για τοπικά ζητήματα, με την ευθύνη για την εκτέλεσή τους να μένει στον Δήμο.

Επί του ελληνικού παραδείγματος, από την δομή της κρατικής οργάνωσης, ορίζεται μεν ο όρος της τοπικής κοινότητας αλλά με διαδικασίες δύσκαμπτες, μη φιλικές προς τον χρήστη, τη στιγμή που τα αντίστοιχα μοντέλα λειτουργούν απλά και άμεσα μέσω ίντερνετ. Οι κάτοικοι εδώ, μάλλον, τείνουν περισσότερο στις άτυπες συνελεύσεις και οργανώσεις κατοίκων, που έχουν σαφώς πιο ευέλικτη λειτουργία από τις θεσμοθετημένες “τοπικές κοινότητες”. Είτε πρόκειται βέβαια για “τοπικές κοινότητες” ή για συλλογικότητες κατοίκων, την τελική απόφαση για όλα  τα ζητήματα παίρνει ο Δήμος.

Αυτό ίσως γίνεται προβληματικό σε περιπτώσεις γειτονιών όπως πχ. του Μεταξουργείου ή της Κυψέλης, με δυο αντιμαχόμενα κινήματα γειτονιάς, που τυπικά κανένα δεν φέρει τα πιστοποιητικά της νομιμότητας, κάτι που σημαίνει πως οι κάτοικοι με τις περισσότερες προσβάσεις στον Δήμο αποφασίζουν τελικά για τον χώρο των υπολοίπων. Οι αναγνώσεις που δίνουν το ηθικό προβάδισμα στην μία ή στην άλλη είναι αυθαίρετες. Ο χάρτης του TEDx Human Grid δίνει το προβάδισμα στην συντηρητική πλευρά,  εμφανίζοντας μόνο το ΚΜ για το Μεταξουργείο και το ILove Kypseli για την Κυψέλη, ενώ οι κινηματικοί χάρτες κάνουν το αντίθετο εμφανίζοντας μόνο το metaxourgeio.wordpress και την Δημοτική αγορά Κυψέλης. Προφανώς καμιά ομάδα δεν δικαιούται επειδή έχει τα μέσα και την πρόσβαση στην εξουσία και στην Δημοτική αρχή να αποφασίζει ενάντια στην άλλη. Προβλήματα σαν αυτό που προέκυψε στην γειτονιά του Κολωνακίου θα είχαν πολύ μεγαλύτερη συνέχεια, αν ήταν και οι κάτοικοι μεταξύ τους διχασμένοι. Και δεν θα έχουν λύση τα θέματα αυτά, αν δεν προβλεφθεί ένα σύστημα απλό και φιλικό που να επιτρέπει την δημοσία διαβούλευση των κατοίκων μεταξύ τους για τα θέματα της γειτονιάς τους. Ένα ενεργό δηλ. σύστημα ενεργούς γειτονιάς.

Ο Δήμος βέβαια θα παραμένει ως ο τελικός ρυθμιστής. Και έτσι πρέπει να είναι. Αν αποδώσουμε την απόλυτη ευθύνη στις γειτονιές, όπως έχει αποδειχθεί σε άλλα παραδείγματα από το εξωτερικό στο παρελθόν, θα καταλήξουμε σε μια ένταση ανισοτήτων στο χώρο, καθώς κάποιες κοινότητες θα έχουν πολύ περισσότερους πόρους από άλλες, όποτε ο δήμος οφείλει να μεριμνήσει για την δίκαιη κατανομή των πόρων. Αντίστοιχα οφείλει να είναι ο βαρύνων παράγοντας, στην περίπτωση που η γειτονιά ή η κοινότητα, είναι το κέντρο της πόλης όταν δηλ. εμφανίζει στοιχεία μητροπολιτικής κεντρικότητας, και οι εμπλεκόμενοι στην υπόθεση είναι πολύ περισσότεροι πέραν των κατοίκων.

Το ζήτημα βέβαια της Συμμετοχικής Δημοκρατίας σε επίπεδο γειτονιάς-κοινότητας είναι εξαιρετικά σύνθετο και ευρύ, παίρνει τοπικές εξειδικευμένες λύσεις σε διάφορα παραδείγματα που τώρα δοκιμάζονται στο εξωτερικό, ενώ για την Ελλάδα η ιδέα είναι σχεδόν άγνωστη και πολλά βήματα μένουν ακόμα να γίνουν, τόσο σε θεσμικές αλλαγές όσο και σε επίπεδο προσωπικό. Να καλλιεργηθεί μια εμπιστοσύνη, προς τις διαδικασίες αυτές, προς τις τεχνολογίες που τις επιτρέπουν και τον άλλο άνθρωπο. Αλλά όλα αυτό το ρεύμα που αναπτύσσεται στο εξωτερικό δείχνει πως μαλλον κι εμείς αργά ή γρήγορα θα συνηθίσουμε στην ιδέα αυτή.

– See more at: http://citybook.tumblr.com/tagged/%CE%9B%CE%AD%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82%20&%CE%A3%CE%BA%CE%AD%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82#sthash.3RtygjxA.dpuf